Η ωμοπλάτη είναι ένα πλατύ οστό τριγωνικού σχήματος που έρχεται σε επαφή με οπίσθιο μέρος του θωρακικού κλωβού.

Στην έξω πλευρά φέρει μια κοίλη επιφάνεια (ωμογλήνη) για την άρθρωση με την κεφαλή του βραχιονίου. Επίσης έχει δύο σημαντικές προεξοχές: την ωμοπλατιαία άκανθα που καταλήγει στο ακρώμιο και την κορακοειδή απόφυση εμπρός.

Η φυσιολογική κίνηση της ωμοπλάτης περιλαμβάνει την ανύψωση και την πρόσθια κλίση κινήνεις που επιτυγχάνονται χάρη στη συντονισμένη δράση διαφόρων μυών της ράχης και του ώμου. Η παθολογική δράση ενός εκ των μυών αυτών προκαλεί παρέκκλιση της ωμοπλάτης από τη φυσιολογική της θέση και περιορισμό στην κίνηση του ώμου.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΘΩΡΑΚOΩΜΟΠΛΑΤΙΑΙΑ ΚΙΝΗΣΗ;

Για την κίνηση του ώμου δεν απαιτείται μόνο η κίνηση της γληνοβραχιόνιας άρθρωσης αλλά και της θωρακοωμοπλατιαίας άρθρωσης. Η φυσιολογική κίνηση της ωμοπλάτης επιτρέπει στον ασθενή να χρησιμοποιεί τον ώμο του στην εργασία και στις καθημερινές και αθλητικές του δραστηριότητες.

ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΟΙ ΤΥΠΟΙ ΤΗΣ ΘΩΡΑΚΟΩΜΟΠΛΑΤΙΑΙΑΣ ΚΙΝΗΣΗΣ;

Η αδυναμία των μυών να ελέγξουν την κίνηση της ωμοπλάτης οδηγεί σε θωρακοωμοπλατιαία δυσλειτουργία ή δυσκινησία, ως αποτέλεσμα κόπωσης των σταθεροποιητικών μυών της ωμοπλάτης μετά από συγκεκριμένα αθλήματα ή δραστηριότητες.

Πράγματι, οι αθλητές που αναφέρουν πόνο στους ώμους έχουν συχνά μη φυσιολογική κίνηση της ωμοπλάτης και σημαντικό μέρος της αποκατάστασής τους αποτελεί ένα πρόγραμμα φυσικοθεραπείας. Στην πιο σοβαρή της μορφή η θωρακοωμοπλατιαία δυσκινησία είναι το αποτέλεσμα της δυσλειτουργίας ενός νεύρου είτε λόγω τραυματισμού ή ως ιδιοπαθής (αγνώστων αιτίων).

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Η απώλεια του ελέγχου της ωμοπλάτης συχνά υποδιαγιγνώσκεται (“ξεφεύγει” από τον ιατρό). Ο ασθενής μπορεί να αναπτύξει πόνο με πιθανή απώλεια του φυσιολογικού εύρους κίνησης των ώμων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να αναπτύξει αστάθεια της γληνοβραχιόνιας άρθρωσης λόγω της αδυναμίας της ωμοπλάτης να κινείται προς όλες τις κατευθύνσεις.

Η φυσιολογική κίνηση της ωμοπλάτης προσφέρει μια σταθερή βάση για την κεφαλή του βραχιονίου και επιτυγχάνεται χάρη στη συντονισμένη δράση διαφόρων μυών της ράχης και του ώμου. Η αδυναμία της ωμοπλάτης να κινείται προς τα έξω και προς τα εμπρός μπορεί να οδηγήσει σε αστάθεια ώμου.

Κλινικά, η διερεύνηση της ανώμαλης κίνησης της ωμοπλάτης ξεκινάει από την επισκόπηση αμφότερων των ώμων. Η διάγνωση δεν παρουσιάζει δυσκολίες καθώς η ωμοπλάτη μπορεί να βρίσκεται σε πιο χαμηλή θέση από την φυσιολογική και να απομακρύνεται από το οπίσθιο θωρακικό τοίχωμα. Ορισμένοι ασθενείς αναφέρουν πόνο που μπορεί να μιμείται την παθολογία του στροφικού πετάλου. Αυτό οφείλεται στην πρόσκρουση των τενόντων στο ακρώμιο (impingement) που φυσιολογικά αποτρέπουν οι μυς της ωμοπλάτης κινώντας την ωμοπλάτη προς τα άνω για την αβίαστη ανύψωση του βραχιονίου. Ειδικότερα, λόγω της αδυναμίας του πρόσθιου οδοντωτού μυός, η ωμοπλάτη αδυνατεί να περιστραφεί με αποτέλεσμα την πρόσκρουση και τον ερεθισμό του στροφικού πετάλου.

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ – ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΙ ΤΥΠΟΙ ΠΤΕΡΥΓΟΕΙΔΟΥΣ ΩΜΟΠΛΑΤΗΣ;

1. Πτερυγοειδής ωμοπλάτη με έσω παρεκτόπιση: Οφείλεται σε κακή λειτουργία του πρόσθιου οδοντωτού μυός, εξαιτίας πάρεσης του μακρού θωρακικού νεύρου, με αποτέλεσμα την προς τα έσω και άνω μετατόπιση του έσω χείλους (εσωτερικής πλευράς) της ωμοπλάτης.

Ο πρόσθιος οδοντωτός είναι ένας ισχυρός μυς που εκφύεται από τις πλευρές και καταφύεται στην έσω πλευρά της ωμοπλάτης. Όταν ο μυς δυσλειτουργεί, χάνει την ικανότητα να ελέγχει την ωμοπλάτη. Οι σοβαρές μορφές πτερυγοειδούς ωμοπλάτης οφείλονται σε κάκωση του μακρο;y θωρακικού νεύρου που νευρώνει τον πρόσθιο οδοντωτό μυ. Μπορεί να τραυματιστεί από μεγάλη τάση ή συμπίεση στην περιοχή του λαιμού ή του θώρακα από τροχαίο ατύχημα ή άλλο τραύμα. Μερικές φορές, όταν δεν ανευρίσκεται σαφής αιτία πιστεύεται ότι μπορεί να οφείλεται σε ιογενή λοίμωξη του νεύρου. Η διάγνωση συνήθως επιβεβαιώνεται με ηλεκτρομυογραφικές μελέτες από έμπειρο προσωπικό.

2. Πτερυγοειδής ωμοπλάτη με έξω παρεκτόπιση: Οφείλεται σε κακή λειτουργία του τραπεζοειδούς μυός, εξαιτίας πάρεσης του παραπληρωματικού νεύρου, με αποτέλεσμα την προς τα έξω και κάτω μετατόπιση του έξω χείλους (εξωτερικής πλευράς) της ωμοπλάτης. Ο τραπεζοειδής είναι ένας μεγάλος τριγωνικός μυς, που νευρώνεται από το παραπληρωματικό νεύρο, συγκρατεί την ωμοπλάτη και την περιστρέφει προς τα έξω και άνω ώστε να βοηθάει στην ανύψωση του άκρου. Συνήθως οφείλεται σε τραυματισμό του παραπληρωματικού νεύρου ως αποτέλεσμα άμεσης πλήξης όπως σε τροχαίο ατύχημα, τραύμα από αιχμηρό αντικείμενο ή ιατρογενώς, μετά από βιοψία λεμφαδένα στην τραχηλική χώρα (λαιμό).

3. Κάποιες πιο σπάνιες αιτίες πτερυγοειδούς ωμοπλάτης περιλαμβάνουν τον συνδυασμό πάρεσης των σταθεροποιητικών μυών της ωμοπλάτης, πάρεση του βραχιονίου πλέγματος και τη χρόνια αστάθεια του ώμου, είτε εξαιτίας επαναλαμβανόμενων εξαρθρημάτων, είτε λόγω κάκωσης των συνδέσμων της ακρωμιοκλειδικής άρθρωσης.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

Η θεραπεία της πάθησης είναι συντηρητική στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, και περιλαμβάνει ανάπαυση και φυσικοθεραπεία. Ωστόσο, η χειρουργική θεραπεία έχει συγκεκριμένες ενδείξεις και εφαρμόζεται σε έναν μικρό αριθμό ασθενών.

Στην περίπτωση πάρεσης του μακρού θωρακικού, η αποκατάσταση είναι αργή και μπορεί να διαρκέσει ένα με δύο έτη.

Νεότερες μελέτες συστήνουν πρώϊμη χειρουργική διερεύνηση χωρίς καθαρά όμως αποτελέσματα. Όταν η πάρεση του νεύρου δεν αποκαθίσταται η πιο κοινή λύση είναι η τενοντομεταφορά του μείζονος θωρακικού, με καλά αποτελέσματα όσον αφορά στην ύφεση του πόνου και στην αποκατάσταση της λειτουργικότητας του ώμου.

Στην περίπτωση πάρεσης του παραπληρωματικού νεύρου, που δεν αναλαμβάνει, οι ασθενείς μαθαίνουν να συμβιώνουν με το πρόβλημα. Αν παρ’όλα αυτά προκαλεί μεγάλου βαθμού δυσλειτουργία και πόνο τότε συστήνεται η τενοντομεταφορά κατά Eden-Lange που εμπλέκει αρκετούς μυς (ανελκτήρας της ωμοπλάτης, μείζων και ελάσσων ρομβοειδείς), και δίνει καλά αποτελέσματα όσον αφορά σε πόνο και λειτουργικότητα.

Στις σπάνιες περιπτώσεις αποτυχίας των τενοντομεταφορών εκτελείται θωρακοωμοπλατιαία αρθρόδεση (scapulothoracic fusion) με τη βοήθεια πλάκας και συύρματος, προσδίδοντας σταθερότητα στην ωμοπλάτη για την κίνηση του ώμου.