Η άρθρωση του ώμου (γληνοβραχιόνιος άρθρωση) είναι μια διάρθρωση που αποτελείται από την κεφαλή του βραχιονίου οστού, σε σχήμα σφαίρας, και την ωμογλήνη, κοιλότητα της ωμοπλάτης. Φυσιολογικά, οι επιφάνειες των οστών που έρχονται σε επαφή καλύπτονται από τον αρθρικό χόνδρο, που στην περίπτωση του ώμου έχει πάχος περί τα 3 εκατοστά.

Με την ηλικία, ο μεσάρθριος χώρος περιορίζεται και στενεύει και η κεφαλή του βραχιονίου αποκτά ακανόνιστο σχήμα με την δημιουργία οστεοφύτων. Σε αντίθεση με την άλλη μεγάλη σφαιροειδή διάρθρωση του σώματος, την άρθρωση του ισχίου, η κεφαλή του βραχιονίου είναι μεγαλύτερη από την ωμογλήνη, γεγονός που επιτρέπει ακόμα μεγαλύτερο εύρος κίνησης στις καθημερινές και αθλητικές δραστηριότητες.

Όπως και στις άλλες αρθρώσεις, ο αρθρικός χόνδρος μεταξύ των οστών που έρχονται σε επαφή μειώνει τις τριβές και επιτρέπει την ανεμπόδιστη κίνηση. Οι ακτινογραφίες στον ώμο απεικονίζουν το πάχος του χόνδρου περί τα 3 εκατοστά, όπως προαναφέρθηκε. Επιπλέον, η άρθρωση του ώμου σταθεροποιείται από τους συνδέσμους και τους μυς. Οι μυς και τένοντες του στροφικού πετάλου σταθεροποιούν την άρθρωση και βοηθούν στην κίνηση του ώμου.

Η φυσιολογική άρθρωση του ώμου επιτρέπει την ανώδυνη και ανεμπόδιστη κίνηση στις καθημερινές και αθλητικές δραστηριότητες. Ωστόσο, μετά από τραύμα και τη φυσιολογική διαδικασία φθοράς και άλλων συνοδών παθήσεων, μπορεί να αναπτυχθούν αρθριτικές αλλοιώσεις.

“ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ” – ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ;

Σύμφωνα με το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των Η.Π.Α. υπολογίζεται ότι 50 εκατομμύρια άνθρωποι πάσχουν από κάποια μορφή αρθρίτιδας (οστεοαρθρίτιδα, ρευματοειδή αρθρίτιδα, μετατραυματική αρθρίτιδα κλπ).

Με άλλα λόγια, ένας στους πέντε ενήλικους πάσχει από μια μορφή αρθρίτιδας, ενώ σε ηλικίες πάνω από 65 έτη, το ποσοστό των ασθενών ανεβαίνει στο 50%. Το 2004 αναφέρθηκαν 400.000 επεμβάσεις ολικής αρθροπλαστικής γόνατος, 230.000 επεμβάσεις ολικής αρθροπλαστικής ισχίου και 40.000 επεμβάσεις ολικής αρθροπλαστικής ώμου μόνο στις Η.Π.Α, και ο αριθμός αναμένεται να εκτοξευθεί τα επόμενα χρόνια. Ο σχετικά μικρότερος αριθμός επμβάσεων στον ώμο οφείλεται κατά πάσα πιθανότητα στην ικανότητα των ασθενών να ανέχονται πολύ περισσότερο τα συμπτώματα των αρθριτικών αλλοιώσεων στον ώμο σε σχέση με το ισχίο ή το γόνατο, δεδομένου ότι δεν είναι μια φορτιζόμενη άρθρωση. Συνήθως, οι ασθενείς επισκέπτονται τον Ορθοπαιδικό όταν ο πόνος περιορίζει αισθητά τον ύπνο και την ποιότητα ζωής του ασθενούς.

Υπάρχουν τρεις κύριοι τύποι αρθρίτιδας: η οστεοαρθρίτιδα, η ρευματοειδής αρθρίτιδα και η μετατραυματική αρθρίτιδα.

1. Η οστεοαρθρίτιδα είναι η πιο κοινή μορφή αρθρίτιδας στον ώμο. Πρόκειται για μια χρόνια, εκφυλιστικού τύπου, πάθηση που εμφανίζεται κυρίως σε άτομα άνω των 50 ετών.

Στην οστεοαρθρίτιδα, ο χόνδρος των επιφανειών του ώμου φθείρεται σταδιακά. Καθώς ο χόνδρος αποδομείται, τα οστά αρχίζουν να έρχονται σε μια επώδυνη επαφή μεταξύ τους. Η διαδικασία συνοδεύεται από σκλήρυνση των οστικών επιφανειών κάτω από τον χόνδρο, ανάπτυξη νέου οστού και χόνδρου στις παρυφές της άρθρωσης (οστεόφυτα) καθώς και από ίνωση του αρθρικού θυλάκου. Συχνά, δεν παρουσιάζει καμιά άλλη συστηματική εκδήλωση αλλά μπορεί να εκδηλωθούν –τοπικά- σημεία φλεγμονής.

2. Η μετατραυματική αρθρίτιδα αναπτύσσεται μετά από έναν τραυματισμό στον ώμο. Για παράδειγμα, ένα κάταγμα που αφορά και την άρθρωση (ενδαρθρικό κάταγμα) μπορεί να προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον χόνδρο που καλύπτει τις αρθρικές επιφάνειες του γόνατος, και κατ’επέκταση να οδηγήσει σε χρόνιες αρθριτικές αλλοιώσεις.

3. Η ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι μια χρόνια φλεγμονώδης νόσος που προσβάλλει ταυτόχρονα πολλές αρθρώσεις στο ανθρώπινο σώμα συμπεριλαμβανομένου και του ώμου. Εκδηλώνεται σαν συμμετρική πολυαρθρίτιδα, γεγονός που σημαίνει ότι προσβάλλει την ίδια άρθρωση αμφοτερόπλευρα.

Στην ρευματοειδή αρθρίτιδα ο αρθρικός υμένας αρχίζει να φλεγμαίνει, διογκώνεται και οδηγεί σε πόνο και δυσκαμψία του ώμου. Πρόκειται για μια αυτοάνοση πάθηση. Αυτό σημαίνει ότι το ανοσοποιητικό σύστημα μέσω της φλεγμονώδους αντίδρασης που προκαλεί, καταστρέφει τους φυσιολογικούς ιστούς (χόνδρο, συνδέσμους και οστό).

Άλλες αιτίες: Οι αρθριτικές αλλοιώσεις μπορεί να εμφανιστούν μετά από χειρουργική επέμβαση και ειδικότερα με τη χρήση αγκυρών για την αποκατάσταση της αστάθειας μετά από κακή τοποθέτηση.

Μεταξύ των υπόλοιπων και πιο σπάνιων αιτίων αρθρίτιδας στον ώμο είναι η άσηπτη νέκρωση της κεφαλής βραχιονίου, μια παθολογική κατάσταση κατά την οποία προκαλείται διακοπή της αιματικής ροής που οδηγεί στην νέκρωση και παραμόρφωση του οστού της κεφαλής. Η μετεγχειρητική αρθρίτιδα οφείλεται σε λάθος τεχνική συρραφής του θυλάκου, που ωθεί την κεφαλή προς τα πίσω σε σχέση με την γλήνη και φορτίζοντας ασύμμετρα την άρθρωση, οδηγεί σε αρθριτικές αλλοιώσεις. Η χονδρόλυση είναι μια άλλη παθολογική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από ταχεία εκφύλιση κια απώλεια του αρθρικού χόνδρου στον ώμο. Έχει συνδεθεί με τη χρήση των ενδαρθρικών αντλιών πόνου και ιστορικό λοίμωξης, χρήση απορροφήσιμων αγκυρών κ.α. Αφορά νέους ασθενείς και προκαλεί μεγάλα προβλήματα λειτουργικότητας της άρθρωσης.

 

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

Τα στάδια της φυσικής εξέλιξης της αρθρίτιδας του ώμου δεν είναι πλήρως γνωστά. Απ’ότι φαίνεται, η πλειοψηφία των ασθενών ανέχεται τα συμπτώματα για μεγάλο χρονικό διάστημα ίσως λόγω του γεγονότος ότι η άρθρωση του ώμου δεν φορτίζεται με όλο το βάρος του σώματος όπως συμβαίνει με τις αρθρώσεις του ισχίου και του γόνατος. Πιθανώς, αυτός είναι ο λόγος που ο συνολικός αριθμός των χειρουργικών επεμβάσεων αρθροπλαστικής του ώμου είναι μικρότερος σε σχέση με αυτές που πραγματοποιούνται στο ισχίο και το γόνατο, όπως προαναφέρθηκε. Ωστόσο, η αύξηση του αριθμού των αρθροπλαστικών του ώμου είναι μεγάλη και το ποσοστό αύξησης από το 1993 έως το 2007 στις Η.Π.Α. άγγιξε το 319%.

Αρχικά, τα συμπτώματα περιλαμβάνουν ήπιο πόνο που σχετίζεται με τις κινήσεις της άρθρωσης, και συνήθως, έχει μια σταδιακή εξέλιξη στον χρόνο. Οι περισσότεροι ασθενείς παρατηρούν στη συνέχεια περιορισμό στο εύρος κίνησης ή δυσκαμψία με τις καθημερινές δραστηριότητες, και σε ορισμένες περιπτώσεις με συνοδό κριγμό (τρίξιμο). Η αδυναμία οφείλεται σε αναστολή λόγω του πόνου και η φυσική εξέλιξη οδηγεί με τα χρόνια σε πόνο κατά την ανάπαυση και τον ύπνο.

 

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Η προοδευτική απώλεια του εύρους κίνησης και η σταδιακή αύξηση του πόνου που επηρεάζουν την εργασία και την καθημερινότητα των ασθενών είναι μερικά από τα συχνότερα συμπτώματα που αναφέρονται. Επίσης, η αφύπνιση κατά τη διάρκεια της νύχτας από τον πόνο και η αίσθηση κριγμού μπορεί να είναι μερικά από παράπονα του ασθενούς. Η αδυναμία συνήθως οφείλεται στον πόνο και αναγνωρίζεται κατά την κλινική εξέταση.

Επιπλέον, η κλινική εξέταση θα αποκαλύψει δυσκαμψία και απώλεια του εύρους κίνησης κατά την ενεργητική και παθητική κίνηση της άρθρωσης, ως αποτέλεσμα της παραμόρφωσης και των αρθριτικών αλλοιώσεων γενικότερα. Η δύναμη επηρεάζεται από τον πόνο και γι’αυτό κατά την εξέταση δεν ανευρίσκεται πραγματική αδυναμία.

Ακτινολογικός Έλεγχος: Συνήθως πραγματοποιείται μια προσθιοπίσθια και μια μασχαλιαία λήψη.

Μαγνητική και Αξονική τομογραφία: Οι πρόσθετες μέθοδοι απεικόνισης περιλαμβάνουν την Αξονική και πιο σπάνια τη Μαγνητική τομογραφία. Αρκετοί χειρουργοί χρησιμοποιούν την Αξονική τομογραφία για τον προεγχειρητικό σχεδιασμό στην περίπτωση που ο ασθενής χειρουργηθεί, ενώ η Μαγνητική τομογραφία βοηθάει όχι τόσο στην περιγραφή των συμπτωμάτων της αρθρίτιδας αλλά στην αξιολόγηση του στροφικού πετάλου.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Η συντηρητική αντιμετώπιση μπορεί να είναι αποτελεσματική για ορισμένους ασθενείς ή να ανακουφίσει προσωρινά μέχρι την αντικατάσταση της άρθρωσης και περιλαμβάνει:

Τροποποίηση δραστηριοτήτων: Ένα από τα πρώτα βήματα της αντιμετώπισης που μερικές φορές πρέπει να περιλαμβάνει την απόλυτη ανάπαυση και την αποφυγή άρσης βάρους.

Φυσικοθεραπεία: Μπορεί να είναι αποτελεσματική αν αποκατασταθεί το εύρος κίνησης του ώμου. Ωστόσο, αν η άρθρωση παρουσίαζει σημαντικές αρθριτικές αλλοιώσεις μπορεί να επιδεινώσει τα συμπτώματα.

Αντιφλεγμονώδη φάρμακα: Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) μπορούν να είναι αποτελεσματικά σε ορισμένους ασθενείς. Σήμερα κυκλοφορεί ένας μεγάλος αριθμός διαφορετικών σκευασμάτων και χορηγούνται για λίγες ημέρες ανάλογα με την περίπτωση. Χρειάζεται προσοχή στις παρενέργειες, όπως στομαχικές και γαστρενερολογικές διαταραχές κ.α.

Γλυκοζαμίνη/Χονδροϊτίνη: Η γλυκοζαμίνη ανευρίσκεται φυσιολογικά στο σώμα και διεγείρει τον σχηματισμό και την ανάπλαση των αρθρικών επιφανειών. Ορισμένα συμπληρώματα είναι ζωικής προέλευσης. Η θειϊκή χονδροϊτίνη είναι μια άλλη φυσική ουσία (γλυκοσαμινογλυκάνη) που ανευρίσκεται στο ανθρώπινο σώμα. Η επίδραση της θειϊκής χονδροϊτίνης σε ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα πιθανόν οφείλεται σε κάποιες ιδιότητές της, συμπεριλαμβανομένων: της αντιφλεγμονώδους δράσης της, της διέγερσης της σύνθεσης των πρωτεογλυκανών και του υαλουρονικού οξέος και της αναστολής της καταβολικής δραστηριότητας των χονδροκυττάρων μέσω της αναστολής της σύνθεσης των πρωτεολυτικών ενζύμων. Ο τύπος των σκευασμάτων που πωλείται σε καταστήματα υγιεινής διατροφής και φαρμακεία είναι ζωικής προέλευσης.

Κορτικοστεροειδή: (πιο γνωστά στους ασθενείς και ως κορτιζόνη) είναι ισχυρές αντιφλεγμονώδεις ουσίες που χορηγούνται ενδαρθρικά (εντός της άρθρωσης). Αυτές οι ενέσεις παρέχουν ανακούφιση στον ασθενή και ύφεση των συμπτωμάτων. Ωστόσο, τα αποτελέσματα δεν διαρκούν επ’αόριστον. Συνήθως, συστήνονται τρεις ή τέσσερις ενέσεις ανά έτος, κυρίως λόγω των πιθανών παρενεργειών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο πόνος και το οίδημα μπορεί να επιδεινωθεί μετά την ένεση, ενώ υπάρχει το ενδεχόμενο μακροπρόθεσμης βλάβης της άρθρωσης ή λοίμωξης (επιμόλυνσης). Οι συχνές, επαναλαμβανόμενες ενδαρθρικές ενέσεις μπορούν να επιταχύνουν τις αλλοιώσεις αντί να τις μειώσουν, ενώ μπορεί να βλάψουν το μυοτενόντιο στροφικό πέταλο.

Επιπλέον, πέραν της κορτιζόνης, η ενεσοθεραπεία μπορεί να συμπεριλάβει ουσίες μεγάλου ιξώδους (παχύρευστες) όπως το υαλουρονικό οξύ, που είναι σε θέση να ανακουφίσει τον ασθενή. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, αν υπάρχει οίδημα στον ώμο αναρροφάται πριν την έγχυση του υαλουρονικού οξέος. Μετά την έγχυση μπορεί να παρατηρηθεί μια τοπική αντίδραση με τοπικό οίδημα, πόνο και ερυθρότητα.

 

ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

Η εκτεταμένη αρθρική καταστροφή με αυξανόμενης έντασης πόνο που δεν υφίεται με συντηρητικά μέσα απαιτεί χειρουργική επέμβαση. Συνήθως, οι ασθενείς αποφασίζουν να υποβληθούν σε επέμβαση όταν τα συμπτώματα είναι τόσο έντονα που αδυνατούν να κοιμηθούν εξαιτίας του πόνου και η λειτουργία του ώμου έχει επιδεινωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μη μπορούν να απολαύσουν τις καθημερινές τους δραστηριότητες. Επιπλέον, κάποιες ερωτήσεις που αφορούν στον πόνο και πως θα τον χαρακτήριζε ο ασθενής βάσει κλίμακας μπορεί να είναι χρήσιμες. Στην ερώτηση «τί ποσοστό θα βάζατε στον ώμο σας, αν το 100% είναι το φυσιολογικό» η απάντηση από τους ασθενείς που υποφέρουν είναι συνήθως 25%.

Υπάρχουν διάφορες μέθοδοι χειρουργικής αντιμετώπισης και ανάλογα με ορισμένους παράγοντες καθορίζεται ποιά είναι η καταλληλότερη. Έτσι, ανάλογα με την ηλικία του ασθενούς, την εντόπιση των αρθριτικών αλλοιώσεων (βραχιόνιο ή ωμογλήνη) και την κατάσταση του στροφικού πετάλου ο Ορθοπαιδκός συστήνει την το είδος της επέμβασης. Όπως με όλες τις χειρουργικές επεμβάσεις υπάρχουν ορισμένοι κίνδυνοι και πιθανές επιπλοκές τις οποίες ο Ορθοπαιδικός χειρουργός οφείλει να εκθέσει στον ασθενή. Οι κίνδυνοι αυτοί περιλαμβάνουν λοίμωξη, αιμορραγία, κάκωση νεύρων ή αρτηρίας, χρόνιο μετεγχειρητικό πόνο και αστοχία του υλικού που τοποθετήθηκε, με την ανάγκη δεύτερης χειρουργικής επέμβασης.

Σε γενικές γραμμές, οι νεότεροι σε ηλικία ασθενείς υποβάλλονται σε χειρουργικές επεμβάσεις όπου διατηρούνται τα ανατομικά στοιχεία της άρθρωσης (αρθροσκοπικός καθαρισμός κ.α.). Ειδικότερα, ο αρθροσκοπικός καθαρισμός συμβάλλει στην απομάκρυνση διαφόρων χημικών και μηχανικών παραγόντων της φλεγμονής, που βοηθάει στην μείωση του πόνου στον ώμο του ασθενούς. Ωστόσο, η επιτυχία του αρθροσκοπικού καθαρισμού δεν είναι εγγυημένη, ούτε προβλέψιμη και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον ασθενή.

 

ΕΠΕΜΒΑΣΗ ΑΡΘΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ ΩΜΟΥ

Σε ασθενείς με χρόνιο πόνο και σοβαρές αρθριτικές αλλοιώσεις, η επέμβαση αρθροπλαστικής είναι μια έγκυρη θεραπευτική επιλογή. Ειδικότερα, ενδείκνυται για ασθενείς με σοβαρή οστεοαρθρίτιδα που δεν ανακουφίζονται με την συντηρητική αντιμετώπιση.

Υπάρχουν τρεις διαφορετικοί τύποι προθέσεων και επεμβάσεων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν και περιλαμβάνουν την ημιαρθροπλαστική ή ημιολική αρθροπλαστική κατά την οποία αντικαθίσταται μόνο η κεφαλή του βραχιονίου, την ολική αρθροπλαστική του ώμου, κατά την οποία αντικαθίστανται η κεφαλή του βραχιονίου και η επιφάνεια της ωμογλήνης και τέλος την ανάστροφη αρθροπλαστική του ώμου η οποία χρησιμοποιείται σε ασθενείς με μεγάλο λειτουργικό έλλειμμα του στροφικού πετάλου.

Υπάρχουν πολλές διαφορετικές εταιρίες που κατασκευάζουν εμφυτεύματα (προθέσεις) αρθροπλαστικής ώμου, και ενώ διαφέρουν σε πολλά χαρακτηριστικά μεταξύ τους, όλα επιτελούν τον ίδιο σκοπό: ανακούφιζουν από τον πόνο και επαναφέρουν την λειτουργικότητα της άρθρωσης. Αυτό επιτυγχάνεται με την χρήση ένθετων διαφορετικού προσανατολισμού και μεγέθους επιτρέποντας την σωστή τοποθέτηση και εφαρμογή της πρόθεσης, παρά τις ανατομικές παραλλαγές του κάθε ασθενή. Εώς τώρα, δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι το ένα σχέδιο είναι καλύτερο από το άλλο ή ότι κάποιο υλικό είναι ισχυρότερο από το άλλο.

ΗΜΙΑΡΘΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗ Ή ΗΜΙΟΛΙΚΗ ΑΡΘΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗ ΩΜΟΥ

Ανάλογα με την περίπτωση, ο Ορθοπαιδικός μπορεί να επιλέξει να αντικαταστήσει μόνο την κεφαλή του βραχιονίου, με ένα εμφύτευμα παρόμοιο με εκείνο που χρησιμοποιείται σε μια ολική αρθροπλαστική του ώμου. Οι περισσότεροι χειρουργοί συστήνουν την ημιαρθροπλαστική όταν η κεφαλή του βραχιονίου έχει υποστεί σοβαρό κάταγμα, αλλά η ωμογληνη είναι φυσιολογική και χωρίς ιδιαίτερες αλλοιώσεις. Άλλες ενδείξεις για ημιαρθροπλαστική περιλαμβάνουν:

– Οστεοαρθρίτιδα που περιλαμβάνει μόνο την κεφαλή του βραχιονίου, ενώ η επιφάνεια της ωμογλήνης δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες αρθριτικές αλλοιώσεις.

– Σοβαρό οστικό έλλειμμα στην ωμογλήνη.

Μερικές φορές, η απόφαση μεταξύ ημιαρθροπλαστικής και ολικής αρθροπλαστικής του ώμου λαμβάνεται εντός του χειρουργείου κατά τη διάρκεια της επέμβασης.

Οι μελέτες δείχνουν ότι οι ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα που υποβλήθηκαν σε ολική αρθροπλαστική του ώμου παρουσίασαν μεγαλύτερη ανακούφιση από τον πόνο σε σχέση με αυτούς που υποβλήθηκαν σε ημιαρθροπλαστική.

 

ΗΜΙΑΡΘΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ ΩΜΟΥ

Η ημιαρθροπλαστική επιφανείας ώμου περιλαμβάνει την αντικατάσταση της αρθρικής επιφάνειας του βραχιονίου χωρίς την χρήση στυλεού (stem), και προσφέρει μια εναλλακτική σε σχέση με τις υπόλοιπες τεχνικές.

Οι ενδείξεις της ημιαρθροπλαστικής επιφανείας περιλαμβάνουν:

– Να μην παρουσιάζει αλλοιώσεις η αρθρική επιφάνεια της ωμογλήνης.

– Απουσία κατάγματος της κεφαλής του βραχιονίου.

– Επιθυμία να διατηρηθεί μεγάλο μέρος του βραχιονίου οστού.

Για τους ασθενείς που είναι νέοι και δραστήριοι η αρθροπλαστική επιφανείας αποφεύγει τους κινδύνους της φθοράς των υλικών και της χαλάρωσης. Λόγω της διατήρησης του βραχιονίου οστού, μπορεί να μετατραπεί πιο εύκολα σε ολική αρθροπλαστική ώμου, αν χρειαστεί σε μεταγενέστερο στάδιο.

2η Περίπτωση: 19χρονος μηχανικός με περιορισμένο εύρος κίνησης λόγω σοβαρής παραμόρφωσης λόγω παλαιότερης επέμβασης. 4 χρόνια μετά την επέμβαση ημιαρθροπλαστικής επιφανείας ώμου δουλεύει στην ίδια δουλειά χωρίς πόνο.

 

ΟΛΙΚΗ ΑΡΘΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗ ΩΜΟΥ

Η ολική αρθροπλαστική του ώμου αποτελεί μια επέμβαση που μπορεί να ανακουφίσει από τον πόνο και να βελτιώσει κατά πολύ την λειτουργικότητα της άρθρωσης του ασθενούς. Αρκετές μελέτες έχουν δείξει εξαιρετικά κλινικά αποτελέσματα και μακροχρόνια αντοχή των υλικών σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε χειρουργική επέμβαση ολικής αρθροπλαστικής. Ειδικότερα, όσον αφορά στη αντοχή της πρόθεσης, το 85% των ασθενών που υποβλήθηκαν σε ολική αρθροπλαστική του ώμου δεν χρειάστηκαν επέμβαση αντικατάστασης (αναθεώρηση) ακόμη και μετά από 20 χρόνια (Torchia et al).

Παρά το γεγονός ότι η ημιολική αρθροπλαστική του ώμου μπορεί να αποτελέσει μια καλή θεραπευτική επιλογή, η ολική αρθροπλαστική προσφέρει πιο σταθερά και προβλέψιμα αποτελέσματα.

Η ολική αρθροπλαστική ενδείκνυται για τους ασθενείς με βαριάς μορφής οστεοαρθρίτιδα του ώμου με φυσιολογική λειτουργικότητα του στροφικού πετάλου και αλλοιώσεις της αρθρικής επιφάνειας της ωμογλήνης. J Shoulder Elbow Surg. 1997 Nov-Dec;6(6):495-505.

 

ΠΡΟΓΝΩΣΗ – ΠΟΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΓΙΑ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΙΣ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΑΡΘΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗ ΤΟΥ ΩΜΟΥ;

Οι ασθενείς που υποβάλλονται σε επέμβαση αρθροπλαστικής του ώμου μπορουν να επιστρέψουν στις καθημερινές τους δραστηριότητες και να κάνουν τα περισσότερα από αυτά που έκαναν με εξαίρεση τα αθλήματα επαφής με κίνδυνο σύγκρουσης με συμπαίκτες. Δραστηριότητες όπως το σκι επιτρέπονται παρά το γεγονός ότι αυξάνουν τον κίνδυνο κατάγματος και χαλάρωσης της πρόθεσης μετά από πτώση. Εν κατακλείδι, οι ασθενείς πρέπει να καθορίσουν την αξία που έχει για τη ζωή τους η κάθε δραστηριότητα και τον βαθμό επικινδυνότητας που παρουσιάζει.

 

ΣΥΖΗΤΗΣΗ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η εώς τώρα άποψη ότι η ημιαρθροπλαστική παρέχει στον ασθενή μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων και δραστηριότητες σε σχέση με την ολική αρθροπλαστική δεν ισχύει πλέον. Οι ασθενείς που υποβάλλονται σε ολική αρθροπλαστική αναφέρουν καλύτερη κίνηση και λιγότερο πόνο σε σχέση με αυτούς που υποβάλλονται σε ημιαρθροπλαστική.

 

ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ

Η κάκωση νεύρων και αγγείων στην ανατομική περιοχή της άρθρωσης του ώμου είναι μια σπάνια επιπλοκή στις επεμβάσεις αρθροπλαστικής, και στην μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων αναλαμβάνουν μετεγχειρητικά.

Η λοίμωξη μετά από αρθροπλαστική αποτελεί μια επιπλοκή που μπορεί να αφορά επιφανειακά το τραύμα ή το εμφύτευμα και να αναπτυχθεί κατά τη νοσηλεία ή αρκετό καιρό μετά το εξιτήριο. Στην περίπτωση της επιμόλυνσης του τραύματος αρκούν τα αντιβιοτικά από το στόμα, ενώ στην περίπτωση της λοίμωξης των υλικών, πρέπει να αφαιρεθούν και να αντικατασταθούν από μια προσωρινή πρόθεση εμποτισμένη με αντιβιοτικό (spacer) μέχρι να θεωρηθεί ότι ο μικροργανισμός που είναι υπεύθυνος έχει εξαληφθεί. Μόνο τότε μπορεί να υποβληθεί ο ασθενής σε αντικατάσταση με νέο εμφύτευμα (πρόθεση). Οποιοδήποτε κόψιμο ή χειρουργική και οδοντιατρική επέμβαση μπορεί να γίνει η αιτία για λοίμωξη.

Παρά το γεγονός ότι τα υλικά των προθέσεων κατασκευάζονται από ολοένα και πιο ανθεκτικά υλικά, μπορεί να φθαρούν και να χαλαρώσουν. Η υπερβολική φθορά και η χαλάρωση μπορεί να οδηγήσει σε χειρουργική επέμβαση αναθεώρησης.

Τέλος, η δυσκαμψία αποτελεί μια επιπλοκή που προκαλεί προοδευτική απώλεια του εύρους κίνησης, παρά τη φυσικοθεραπεία.