κνήμη είναι ένα από τα μακρά οστά του σώματος που υπόκεινται πιο συχνά σε κατάγματα. Τα μακρά οστά, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνουν το μηριαίο, το βραχιόνιο, την κνήμη και την περόνη. Τα κατάγματα της διάφυσης της κνήμης εντοπίζονται κάτω από την άρθρωση του γόνατος και πάνω από την ποδοκνημική. Επειδή απαιτείται μεγάλη ενέργεια για να σπάσει το οστό της κνήμης, συνήθως αυτού του είδους οι κακώσεις αποτελούν μέρος πολλαπλών τραυματισμών.

ΑΝΑΤΟΜΙΑ

Το κάτω άκρο – από την άρθωση του γόνατος και κάτω- αποτελείται από δύο οστά: την κνήμη και την περόνη. Η κνήμη είναι παχύτερη από την περόνη και δέχεται μεγαλύτερα φορτία, αποτελώντας σημαντικό κομμάτι της άρθρωσης του γόνατος αλλά και της ποδοκνημικής.

 

Τύποι καταγμάτων κνήμης: Η κνήμη – καθώς και η περόνη – μπορεί να υποστεί κάταγμα με διάφορους τρόπους και σε διάφορα σχήματα. Η σοβαρότητα του κατάγματος εξαρτάται από τη δύναμη που ασκείται στο οστότην στιγμή της κάκωσης.

  • Σταθερά κατάγματα: Σε αυτό τον τύπο των καταγμάτων δεν υπάρχει παρεκτόπιση. Τα δύο κατεαγότα άκρα των οστών είναι καλά ευθυγραμισμένα στη θέση τους.
  • Παρεκτοπισμένα κατάγματα: Στα κατάγματα αυτού του τύπου, τα κατεαγότα άκρα του οστού είναι παρεκτοπισμένα και βρίσκονται εκτός θέσης. Σε αυτές τις περιπτώσεις απαιτείται συνήθως χειρουργική αντιμετώπιση.
  • Εγκάρσια κατάγματα: Σε αυτήν την περίπτωση υπάρχει μια εγκάρσια (κάθετη) καταγματική γραμμή. Εάν έχει υποστεί κάταγμα και η περόνη, τότε αυτά τα κατάγματα χρειάζονται συνήθως χειρουργείο γιατί είναι ασταθή.
  • Λοξά κατάγματα: Αυτού του είδους τα κατάγματα έχουν λοξή καταγματική γραμμή και για τον λόγο αυτό είναι κατά κύριο λόγο ασταθή. Ακόμα και να είναι αρχικά σταθερά, μπορεί να χάσουν την ανάταξη τους με το χρόνο και να γίνουν ασταθή, ειδικά αν είναι σπασμένη και η περόνη.
  • Σπειροειδή κατάγματα: Τα κατάγματα αυτά προκαλούνται από μια στροφική δύναμη. Το αποτέλεσμα είναι ένας τύπος κατάγματος με στροφική φορά (σπειροειδές), σαν κλιμακοστάσιο. Τα κατάγματα αυτά μπορεί να είναι ασταθή, ανάλογα με τη δύναμη που χρειάστηκε για να τα προκαλέσει.
  • Επιπλεγμένα-Συντριπτικά κατάγματα: Τα κατάγματα αυτά είναι πολύ ασταθή με το οστό να σπάει σε περισσότερα από 3 κομμάτια.
  • Ανοιχτά κατάγματα: Όταν ένα οστό υποστεί κάταγμα και έρθει σε επαφή με το περιβάλλον τότε περιγράφεται ως ανοικτό κάταγμα. Για παράδειγμα όταν ένα αυτοκίνητο παρασύρει κάποιον περαστικό και η κνήμη υποστεί κάταγμα, το οστό πολλές φορές μπορεί να προβάλλει από το δέρμα. Στα ανοιχτά κατάγματα δημιουργείται πολλή περισσότερη ζημιά στους περιβάλλοντες ιστούς, συνδέσμους και τένοντες. Έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα επιπλοκών και χρειάζονται περισσότερο χρόνο για την επούλωσή τους.
  • Κλειστά κατάγματα: Τα κατεαγότα οστικά τεμάχια δεν διασπούν το δέρμα. Αν και το δέρμα δεν διασπάται, εντούτοις οι μαλακοί ιστοί υπόκεινται σε σοβαρή ζημιά. Σε ακραίες περιπτώσεις σοβαρών τραυματισμών το οίδημα μπορεί να είναι τόσο μεγάλο που να διακοπεί η αιματική ροή στους ιστούς με αποτέλεσμα νέκρωσή τους και σε ακόμα πιο σοβαρές περιπτώσεις να καταλήξει ο ασθενής σε ακρωτηριασμό.

Κατάγματα κνήμης

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ

Υψηλής ενέργειας τραυματισμοί, όπως για παράδειγμα τα τροχαία ατυχήματα αποτελούν συχνές αιτίες καταγμάτων κνημιαίας διάφυσης. Σε αυτές τις περιπτώσεις το οστό μπορεί να σπάσει σε πολλά τεμάχια (συντριπτικό κάταγμα). Οι αθλητικές κακώσεις, όπως για παράδειγμα μια πτώση κατά το τρέξιμο ή το σκι ή ακόμα μια σοβαρή σύγκρουση με συμπαίκτη στο ποδόσφαιρο είναι χαμηλότερης ενέργειας κακώσεις που όμως προκαλούν κατάγματα διάφυσης της κνήμης. Τα κατάγματα αυτά προκαλούνται από μια στροφική δύναμη και οδηγούν σε λοξό ή σπειροειδές κάταγμα.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

Τα πιο συχνά συμπτώματα μετά από κάταγμα διάφυσης της κνήμης περιλαμβάνουν:

  • Πόνο
  • Αδυναμία βάδισης ή φόρτισης του σκέλους
  • Παραμόρφωση ή αστάθεια του σκέλους
  • Τάση του σπασμένου οστού κάτω από το δέρμα ή προβολή του τελευταίου από μια σχισμή του δέρματος.
  • Παροδική απώλεια αισθητικότητας του ποδιού

Κατάγματα κνήμης

ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ

Είναι σημαντικό για τον θεράποντα ιατρό να γνωρίζει τις συνθήκες του τραυματισμού. Είναι επίσης σημαντικό να γνωρίζει εάν υπάρχουν συνοδά προβλήματα υγείας, όπως για παράδειγμα διαβήτης ή αν γίνεται συστηματική λήψη φαρμακευτικής αγωγής.

Αφού ολοκληρωθούν τα ανωτέρω, ο θεράπων ιατρός θα προχωρήσει σε συστηματική εξέταση του ασθενούς. Θα ψάξει δηλαδή για:

  • Εμφανή παραμόρφωση όπως για παράδειγμα γωνίωση ή βράχυνση του ποδιού
  • Διασπάσεις στο δέρμα
  • Μελανιές
  • Οίδημα
  • Οστικές προπέτειες κάτω από το δέρμα
  • Αστάθεια (κάποιοι ασθενείς μπορεί να μην παρουσιάζουν αστάθεια ειδικά αν η περόνη είναι ακέραια ή εάν το κάταγμα δεν είναι πλήρες)
  • Μετά την επισκόπηση ο θεράπων ιατρός θα ελέγξει την αισθητικότητα του ποδιού και την ύπαρξη ή όχι αιματικής ροής. Τέλος, θα ψηλαφήσει την κνήμη για να αισθανθεί την ακριβή τοπογραφία του κατάγματος.

Εξετάσεις:

Οι εξετάσεις που απαιτούνται για τον περαιτέρω έλεγχο είναι:

Απλές ακτινογραφίες: Θα δείξουν αν το πόδι έχει υποστεί κάταγμα και επίσης θα καταδείξουν τον τύπο του κατάγματος και την ύπαρξη ή μη της παρεκτόπισης. Επίσης θα δείξουν πόσα οστικά τεμάχια συμμετέχουν στο κάταγμα και επίσης θα δείξουν την ακεραιότητα ή μη της ποδοκνημικής άρθρωσης.

Αξονική τομογραφία: Μετά την μελέτη των απλών ακτινογραφιών ο ιατρός μπορεί να συστήσει αξονική τομογραφία. Αυτό γίνεται συνήθως εάν υπάρχει υποψία για επέκταση του κατάγματος στην ποδοκνημική άρθρωση ή στο γόνατο.

Κατάγματα κνήμης

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

Στο σχεδιασμό της θεραπευτικής προσέγγισης, ο θεράπων ιατρός θα λάβει υπόψη πολλά πράγματα, μεταξύ αυτών:

  • Την αιτιολογία του τραυματισμού
  • Την συνολική εικόνα της υγείας του ασθενούς
  • Τη σοβαρότητα του τραυματισμού
  • Την έκταση της βλάβης των μαλακών μορίων

Συντηρητική αντιμετώπιση:

Η συντηρητική αντιμετώπιση συστήνεται σε ασθενείς που:

  • Δεν μπορούν να υποβληθούν σε χειρουργείο λόγω της συνολικής κατάστασης της υγείας τους
  • Είναι λιγότερο δραστήριοι, με αποτέλεσμα να μπορούν να αποδεχτούν κάποια γωνίωση ή μικρή βράχυνση του οστού
  • Έχουν κάταγμα δύο τεμαχίων με μικρό μόνο κενό ανάμεσα στα οστικά τεμάχια

Αρχική αντιμετώπιση:

Οι περισσότεροι τραυματισμοί προκαλούν οίδημα για τις πρώτες λίγες εβδομάδες. Ο Ορθοπαιδικός μπορεί να συστήσει έναν λειτουργικό νάρθηκα για να παρέχει ασφάλεια και υποστήριξη στο τραυματισμένο σκέλος. Αντίθετα, με τον κυκλοτερή γύψο, ο λειτουργικός νάρθηκας μπορεί να χαλαρώσει ή να σφίξει παραπάνω επιτρέποντας στο οίδημα να υποχωρεί με ασφάλεια. Όταν το οίδημα υποχωρήσει, ο ιατρός σας θα σκεφτεί μια γκάμα επιλογών για την τελική αντιμετώπιση.

Νάρθηκας και λειτουργική ναρθηκοποίηση:

Η συντηρητική αντιμετώπιση για τα κατάγματα αυτού του είδους περιλαμβάνει την ακινητοποίηση του κατάγματος σε νάρθηκα για την αρχική πώρωση. Μετά από κάποιες εβδομάδες μπορεί να αντικατασταθεί από λειτουργικό νάρθηκα ή γύψο φτιαγμένο από πλαστικό και ιμάντες. Ο νάρθηκας αυτός θα παρέχει προστασία μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία της επούλωσης και επιτρέπει στον ασθενή να τον βγάζει για λόγους υγιεινής και να τον ξαναφορά.

Χειρουργική αντιμετώπιση

Ο θεράπων ιατρός μπορεί να συστήσει χειρουργική αντιμετώπιση για ένα κάταγμα διάφυσης της κνήμης εάν αυτό είναι:

  • Ένα ανοιχτό κάταγμα με τραύματα που χρειάζονται παρακολούθηση
  • Εξαιρετικά ασταθές κάταγμα με πολλά οστικά τεμάχια και μεγάλο βαθμό παρεκτόπισης των τεμαχίων
  • Δεν έχει πωρωθεί («κολλήσει») με την κλασική μέθοδο

Κατάγματα κνήμης

Ενδομυελική ήλωση:

Ο πιο σύγχρονος τρόπος αντιμετώπισης των καταγμάτων αυτών είναι η ενδομυελική ήλωση. Κατά τη διάρκεια αυτής της επέμβασης, ένας ειδικά σχεδιασμένος μεταλλικός ήλος εισέρχεται από την πρόσθια επιφάνεια του γόνατος στο μυελικό κανάλι της κνήμης. Ο ήλος διέρχεται από το κάταγμα και με αυτό τον τρόπο το σταθεροποιεί. Οι ήλοι αυτοί έχουν διάφορα μεγέθη και διαμέτρους για να ταιριάζουν στις κνήμες των ασθενών. Ο ήλος σταθεροποιείται με βίδες και στα δύο άκρα του, με αποτέλεσμα το κάταγμα να είναι σταθερό για την πώρωσή του. Η ενδομυελική ήλωση επιτρέπει την ισχυρή και σταθερή ακινητοποίηση που απαιτείται για την επούλωση.

Οστεοσύνθεση με Πλάκες και βίδες (ORIF):

Τα κατάγματα της διάφυσης της κνήμης μπορούν με μεγάλη επιτυχία να αντιμετωπισθούν με τη χρήση πλακών και βιδών (κοχλίων) ως υλικών οστεοσύνθεσης. Η επιλογή της οστεοσύνθεσης γίνεται σε κατάγματα που δεν μπορεί να αντιμετωπισθούν με ενδομυελική ήλωση, όπως στις περιπτώσεις εκείνες που το κάταγμα επεκτείνεται στην άρθρωση του γόνατος. Σε αυτή την περίπτωση τα οστικά τεμάχια πρώτα οστεοσυντίθενται και έπειτα σταθεροποιούνται με ειδικές βίδες και πλάκες στην εξωτερική επιφάνεια του οστού.

Κατάγματα κνήμης

Εξωτερική οστεοσύνθεση:

Στην περίπτωση αυτή μεταλλικές βίδες και καρφίδες τοποθετούνται στην κνήμη και μάλιστα πάνω και κάτω από την περιοχή του κατάγματος. Η κατασκευή αυτή συγκρατείται με ράβδους στη σωστή θέση και με τον τρόπο αυτό σταθεροποιείται το κάταγμα για να μπορέσει να πωρωθεί. Αν και με την εξωτερική οστεοσύνθεση πετυχαίνουμε καλά αποτελέσματα, ωστόσο, το να έχει ο ασθενής υλικά έξω από το σώμα του δεν είναι και τόσο δημοφιλές πια.

ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Το χρονικό διάστημα για την επιστροφή στις καθημερινές δραστηριότητες του ασθενούς ποικίλει ανάλογα με τον τύπο του κατάγματος. Κάποια κατάγματα διάφυσης της κνήμης πωρώνονται μέσα σε διάστημα 4 μηνών ενώ κάποια άλλα χρειάζονται 6 μήνες ή και περισσότερο. Αυτό γίνεται περισσότερο εμφανές με τα ανοιχτά κατάγματα ή με κατάγματα ηλικιωμένων και καταβεβλημένων ασθενών.

  • Γρήγορη κινητοποίηση. Πολλοί ιατροί ενθαρύνουν την έναρξη πρώιμης κινητοποίησης στην αρχική περίοδο της αποκατάστασης. Για παράδειγμα, αν συνυπάρχει με το κάταγμα τραυματισμός των μαλακών ιστών, τότε το γόνατο, η ποδοκνημική και τα δάκτυλα κινητοποιούνται γρήγορα για την πρόληψη δυσκαμψίας.
  • Φυσικοθεραπεία. Καθώς φοράει ο ασθενής το νάρθηκα, μπορεί να χάσει κάποια από τη μυϊκή του ισχύ και να εμφανισθεί μυϊκή ατροφία στην τραυματισμένη περιοχή. Οι ασκήσεις κατά τη διάρκεια της περιόδου του τραυματισμού αλλά και μετά την αφαίρεση του νάρθηκα είναι σημαντικές. Θα βοηθήσουν στην αποκατάσταση της φυσιολογικής μυϊκής δύναμης και του εύρους κίνησης.
  • Φόρτιση με βάρος. Κατά την έναρξη της βάδισης, ο ασθενής θα χρειασθεί πατερίτσες.

Είναι πολύ σημαντικό να ακολουθούνται οι ιατρικές οδηγίες όσον αφορά τη φόρτιση του πάσχοντος σκέλους με βάρος για την αποφυγή προβλημάτων. Ο πόνος σταματά συνήθως πολύ πριν το οστό γίνει και πάλι συμπαγές για να αναπεξέλθει στις καθημερινές προκλήσεις. Γι’αυτό χρειάζεται προσοχή να μην φορτίζεται παραπάνω από όσο αντέχει κατά το χρονικό διάστημα της αποκατάστασης, με αποτέλεσμα να σπάσει ξανά και να οδηγηθεί ο ασθενής πάλι στο χειρουργείο.

Επιπλοκές:

  • Τα κοφτερά οστικά τεμάχια μπορεί να κόψουν ή να σχίσουν γειτονικά παρακείμενους μύες, νεύρα ή αγγεία.
  • Το υπερβολικό οίδημα μπορεί να οδηγήσει σε σύνδρομο διαμερίσματος, μια κατασταση όπου το οίδημα κόβει την αιματική ροή στο σκέλος. Αυτό μπορεί να έχει πολύ άσχημες συνέπειες και απαιτεί επείγουσα χειρουργική αντιμετώπιση όταν διαγνωσθεί.
  • Τα ανοιχτά κατάγματα μπορεί να οδηγήσουν σε οξεία ή χρόνια λοίμωξη των οστών ή οστεομυελίτιδα, παρόλο που η πρόληψη της λοίμωξης έχει προχωρήσει αρκετά τη σύγχρονη εποχή.

Χειρουργικές επιπλοκές:

  • Μη αποδεκτή (σε πλημμελή θέση) ανάταξη των οστικών τεμαχίων
  • Λοίμωξη
  • Νευρική βλάβη
  • Αγγειακή βλάβη
  • Θρόμβοι αίματος
  • Αδυναμία πώρωσης (Ψευδάρθρωση)
  • Γωνίωση