Ένα κάταγμα ή αλλιώς σπάσιμο αμέσως κάτω από το γόνατο ονομάζεται κάταγμα του εγγύς τμήματος της κνήμης. Το εγγύς τμήμα της κνήμης είναι το μέρος εκείνο του οστού της κνήμης, το οποίο διευρύνεται προς το γόνατο για να σχηματιστεί η άρθρωση του γόνατος.

Επιπρόσθετα από το σπασμένο οστό, τα μαλακά μόρια (δέρμα, μύς, νεύρα, αγγεία και σύνδεσμοι) μπορεί να τραυματισθούν κατά τη στιγμή του κατάγματος. Το σπασμένο οστό αλλά και τα μαλακά μόρια θα πρέπει να αντιμετωπισθούν ταυτόχρονα. Στις περισσότερες περιπτώσεις, χρειάζεται χειρουργική επέμβαση για την αποκατάσταση της κίνησης, της μυϊκής ισχύος και της σταθερότητας του ποδιού και για την μείωση της πιθανότητας μετατραυματικής αρθρίτιδας.

Κατάγματα του εγγύς άκρου της κνήμης

ΑΝΑΤΟΜΙΑ

Τρία οστά διαμορφώνουν την άρθρωση του γόνατος: Το μηριαίο, η κνήμη και η επιγονατίδα. Η τελευταία ευρισκόμενη μπροστά από την άρθρωση παρέχει, μεταξύ άλλων, προστασία.

Τα οστά συνδέονται μεταξύ τους με συνδέσμους. Υπάρχουν 4 κύριοι σύνδεσμοι στο γόνατο. Αυτοί δρουν σαν ισχυροί ιμάντες (σχοινιά) που κρατούν τα οστά μαζί και σταθεροποιούν το γόνατο.

Κατάγματα του εγγύς άκρου της κνήμης
Κατάγματα του εγγύς άκρου της κνήμης

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Υπάρχουν διάφοροι τύποι καταγμάτων της εγγύς κνήμης. Το οστό μπορεί να σπάσει εγκάρσια ή σε πολλά κομμάτια (συντριπτικό κάταγμα).

Αρκετές φορές, τα κατάγματα επεκτείνονται στη άρθρωση του γόνατος και διαχωρίζουν την επιφάνεια του οστού σε λιγότερα ή σε περισσότερα οστικά τεμάχια. Τα κατάγματα αυτού του είδους ονομάζονται ενδαρθρικά κατάγματα κνημιαίου πλατώ. Η άνω επιφάνεια της κνήμης (κνημιαίο πλατώ) είναι κατασκευασμένη από σπογγώδες οστό, το οποίο είναι πιο μαλακό από το συμπαγές οστό της κατώτερης επιφάνειας της κνήμης. Τα κατάγματα του κνημιαίου πλατώ συμβαίνουν όταν το πιο σκληρό και άκαμπτο κατώτερο τμήμα της κνήμης εισέρχεται προς τα άνω με αποτέλεσμα το τελευταίο να υποχωρεί και να σπάει. Η σύγκρουση αυτή πολλές φορές έχει σαν αποτέλεσμα το σπογγώδες οστό να εμβυθίζεται. Η βλάβη αυτή της επιφάνειας του οστού οδηγεί σε παραμόρφωση της άρθρωσης του γόνατος, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε ανάπτυξη αρθρίτιδας, αστάθεια και απώλεια του εύρους κίνησης.

Τα κατάγματα του εγγύς τμήματος της κνήμης μπορεί να είναι κλειστά (με την έννοια ότι το οστό δεν έρχεται σε επαφή με το περιβάλλον) ή μπορεί να είναι ανοιχτά. Ένα ανοιχτό κάταγμα συμβαίνει όταν το οστό σπάει με τέτοιο τρόπο που τα οστικά τεμάχια διαπερνούν το δέρμα ή όταν το τραύμα φτάνει σε τέτοιο βάθος που έρχεται σε επαφή με το όστο. Τα ανοιχτά κατάγματα περιλαμβάνουν συνήθως μεγαλύτερες βλάβες στα συνοδά μαλακά μόρια όπως είναι οι τένοντες, οι μυς και οι σύνδεσμοι.

Παρουσιάζουν μεγαλύτερη διάρκεια επούλωσης και συνήθως συνοδεύονται από περισσότερες επιπλοκές.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ

Ένα κάταγμα της εγγύς κνήμης μπορεί να συμβεί από στρές (μικρής σημασίας ρωγμές από ασυνήθιστα υψηλή δραστηριότητα) ή σε ένα ούτωςπαθολογικό οστό, πχ από λοίμωξη ή καρκίνο. Είναι κυρίως όμως το αποτέλεσμα τραυματισμού.

Στους νεότερους σε ηλικία ανθρώπους αυτού του είδους τα κατάγματα είναι το αποτέλεσμα κακώκεων υψηλής ενέργειας, όπως είναι η πτώση από αξιοσημείωτο ύψος, τραυματισμός κατά τη διάρκεια αθλητικών δραστηριοτήτων ή αυτοκινητιστικά ατυχήματα.

Σε γηραιότερα άτομα απαιτείται πολύ λιγότερη ενέργεια για να συμβούν αυτού του είδους τα κατάγματα.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

  • Πόνος που γίνεται χειρότερος όταν προσπαθεί ο ασθενής να βάλει βάρος στο πόδι.
  • Οίδημα γύρω από το γόνατο και μειωμένη κάμψη της άρθρωσης.
  • Παραμόρφωση. Το γόνατο μπορεί να μοιάζει εκτός θέσης.
  • Χλωμό-κρύο πόδι. Η εικόνα αυτή μπορεί να σημαίνει ότι η αιματική ροή έχει διαταραχθεί.
  • Παραισθησία-μούδιασμα στο πόδι. Η εικόνα αυτή μπορεί να υποκρύπτει βλάβη σε νεύρο η αυξημένο οίδημα στο πόδι.

Αν ο ασθενής παρουσιάζει αυτά τα συμπτώματα, τότε πρέπει να απευθυνθεί αμέσως στο Ορθοπαιδικό για εκτίμηση της κατάστασής του.

ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ

Λήψη ιατρικού ιστορικού και φυσική εξέταση:

Ο ιατρός θα ρωτήσει πως συνέβη ο τραυματισμός. Επίσης θα ρωτήσει για συνοδά προβλήματα που μπορεί να έχει ο ασθενής όπως π.χ. ο διαβήτης. Θα εξετάσει τα μαλακά μόρια και τους ιστούς γύρω από το τραυματισμένο σημείο και θα ελέγξει για ερυθρότητα, οίδημα και τραύματα. Τέλος θα ελέγξει τη νευρική λειτουργία και την αιματική ροή στο τραυματισμένο σκέλος.

Εξετάσεις:

Ακτινογραφίες: Ο πιο απλός και συνηθισμένος τρόπος για να διαγνωσθεί ένα κάταγμα είναι η διενέργεια ακτινογραφίας. Επίσης, θα φανεί η μορφολογία του κατάγματος και η πολυπλοκότητά του. Για να διευκρινισθεί ότι δεν υπάρχουν άλλα κατάγματα θα γίνουν ακτινογραφίες και στο ισχίο αλλά και στην ποδοκνημική άρθρωση.

Αξονική τομογραφία: Θα απεικονίσει την εγκάρσια εικόνα του οστού και θα δώσει σημαντικές πληροφορίες για τη σοβαρότητα του κατάγματος. Θα δείξει αν το κάταγμα επεκτείνεται μέσα στην άρθρωση και αν ναι, πόσα οστικά τεμάχια υπάρχουν. Αυτή η εξέταση βοηθά σημαντικά τον Ορθοπαιδικό να προχωρήσει στο σχεδιασμό της πιο ενδεδειγμένης θεραπείας.

Μαγνητική τομογραφία: Θα δείξει με αυξημένη ευκρίνεια τους μαλακούς ιστους, όπως τένοντες και συνδέσμους. Αν και δεν είναι η εξέταση επιλογής για τα κατάγματα του άνω πέρατος κνήμης, ο ιατρός μπορεί να παραγγείλει αυτή την εξέταση για να εκτιμήσει την κατάσταση των γύρω ιστών. Μπορεί επίσης σε περιπτώσεις αμφιβολίας ύπαρξης ενός ρωγμώδους κατάγματος να δείξει αντίδραση στο σημείο ενδιαφέροντος του μυελού των οστών, άρα να διαγνωσθεί ένα κάταγμα.

Κάποιες άλλες εξετάσεις που γίνονται για να αποκλεισθεί ο συνοδός τραυματισμός σε άλλα σημεία του σώματος (κεφάλι, κοιλιά, στήθος, σπονδυλική στήλη ή ακόμα και στο άλλο σκέλος).

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Τα κατάγματα του άνω πέρατος της κνήμης μπορεί να αντιμετωπισθούν συντηρητικά ή χειρουργικά. Και οι δύο μέθοδοι έχουν πλεονεκτήματα και ρίσκα.

Το αν θα αντιμετωπιστεί ή όχι χειρουργικά είναι μια σύνθετη απόφαση η οποία θα ληφθεί από κοινού από τον ιατρό και τον ασθενή, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα δεδομένα και τις συνθήκες. Η πιο ενδεδειγμένη θεραπεία βασίζεται στον τύπο του τραυματισμού και τις γενικότερες ανάγκες του ασθενούς.

Σε έναν νέο ασθενή η χειρουργική αντιμετώπιση είναι η πιο ενδεδειγμένη διότι θα αποκαταστήσει την ανατομική ακεραιότητα της άρθρωσης, θα δώσει σταθερότητα και θα ελαχιστοποιήσει τον κίνδυνο ανάπτυξης μετατραυματικής αρθρίτιδας στο μέλλον. Σε άλλους ασθενείς με επιβαρυμένη υγεία, με ήδη υπάρχοντα ιαρικά προβλήματα και με μειωμένες απαιτήσεις λόγω μεγάλης ηλικίας, η χειρουργική αντιμετώπιση δεν ενδείκνειται διότι αυξάνει υπερβολικά τους κινδύνους.

ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ ΦΡΟΝΤΙΔΑ

Ανοιχτά κατάγματα: Αν υπάρχει ανοιχτό κάταγμα το υποκείμενο κάταγμα μπορεί να εκτεθεί σε βακτήρια και λοιμώξεις, γι’αυτό χρειάζεται επείγουσα χειρουργική έκπλυση και καθαρισμός.

Εξωτερική Οστεοσύνθεση: Εάν τα μαλακά μόρια (μύες, δέρμα) γύρω από το κάταγμα είναι σοβαρά τραυματισμένα ή εάν χρειάζεται περαιτέρω χρόνος για τη διενέργεια χειρουργείου λόγω άλλων συνοδών προβλημάτων, τότε ο Ορθοπαιδικός μπορεί να τοποθετήσει μια συσκευή εξωτερικής οστεοσύνθεσης. Στην περίπτωση αυτή μεταλλικές καρφίδες και βίδες τοποθετούνται στο μέσο του μηριαίου οστού και της κνήμης και συνδέονται με ένα πλάισιο (μπάρα) εκτός του δέρματος. Αυτή η συσκευή είναι σταθεροποιητική για τα οστά σε κατάλληλη θέση μέχρις ότου πραγματοποιηθεί το χειρουργείο.

Σύνδρομο διαμερίσματος: Σε μια μικρή κατηγορία ασθενών ο τραυματισμός των μαλακών μορίων μπορεί να είναι τόσο σοβαρός που να θέτει σε κίνδυνο την αιματική ροή και τη νευρική λειτουργία του σκέλους, ώστε να χρειάζεται επείγουσα χειρουργική αντιμετώπιση. Κατά τη διάρκεια του χειρουργείου (διάνοιξη διαμερίσματος), κάθετες τομές γίνονται για να απελευθερώσουν το δέρμα και τους μύες. Αυτές οι τομές αφήνονται ανοιχτές και αφού περάσουν κάποιες μέρες και απομακρυνθεί ο κίνδυνος, τότε γίνεται συρραφή, αφού έχει υποχωρήσει το οίδημα.

ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

Περιλαμβάνει ναρθηκοποίηση και ακινητοποίηση καθώς και αποφυγή φόρτισης του πάσχοντος σκέλους. Ο έλεγχος γίνεται με μια σειρά από ακτινογραφίες σε τακτά χρονικά διαστήματα που θα επιλέξει ο θεράπων ιατρός για τον έλεγχο της πορείας της επούλωσης. Οι κινήσεις και η φόρτιση θα ξεκινήσουν σύνφωνα πάντα με τις οδηγίες του θεράποντος ιατρού.

ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

Εσωτερική οστεοσύνθεση:

Στην περίπτωση αυτή τα κατεαγότα οστικά τεμάχια ανατάσονται και σταθεροποιούνται με τη βοήθεια πλακών και βιδών στη σωστή θέση επούλωσης-πώρωσης. Σε περιπτώσεις που το ανώτερο 1/3 της κνήμης έχει υποστεί κάταγμα αλλά το κάταγμα δεν επεκτείνεται στην αρθρική επιφάνεια, ένας ενδομυελικός ήλος ή μια πλάκα οστεοσύνθεσης χρησιμοποιείται για τη σταθεροποίηση του κατάγματος. Εάν το κάταγμα είναι παρόλα αυτά συντριπτικό, τότε μπορεί να χρησιμοποιηθούν οστικά μοσχεύματα, σύμφωνα πάντα με την κρίση του ιατρού αλλά και την διεγχειρητική εικόνα. Επίσης μπορούν να χρησιμοποιηθούν βιολογικοί αυξητικοί παράγοντες που επιταχύνουν την διαδικασία της επούλωσης.

Εξωτερική οστεοσύνθεση:

Όπως προαναφέρθηκε μπορεί να χρησιμοποιηθεί με επιτυχία και αυτή η μέθοδος θεραπείας και αποκατάστασης των καταγμάτων. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί εξωτερική οστεοσύνθεση όχι μόνο προσωρινά αλλά και οριστικά.



Κατάγματα του εγγύς άκρου της κνήμης

ΑΠΟΘΕΡΑΠΕΙΑ – ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Ο ιατρός θα αποφασίσει πότε είναι καλύτερα να αρχίσει η κίνηση και η φόρτιση του τραυματισμένου σκέλους για να προληφθεί η δυσκαμψία. Αυτό εξαρτάται από το πόσο καλά επουλώνονται οι μαλακοί ιστοί, από το πόσο γρήγορα προχωρά η διαδικασία της πώρωσης του οστού και τέλος από το πόσο σταθερή είναι η οστεοσύνθεση του κατάγματος. Η γρήγορη κινητοποίηση ξεκινά τις περισσότερες φορές με παθητική κινητοποίηση από τον φυσικοθεραπευτή για την απόκτηση του πλήρους έυρους κίνησης, ανάλογα πάντα με την προεγχειρητική συντριβή του οστού.

Φόρτιση με βάρος:

Για την αποφυγή προβλημάτων είναι απαραίτητη η συμμόρφωση με τις ιατρικές οδηγίες σχετικά με τη φόρτιση του πάσχοντος σκέλους με βάρος.

Είτε το κάταγμα αντιμετωπισθεί συντηρητικά είτε χειρουργικά, είναι γεγονός ότι θα πρέπει να αποφεύγεται η φόρτιση με βάρος μέχρις ότου επιτευχθεί κάποιου βαθμού πώρωση του κατάγματος. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να μεσολαβήσουν μέχρι και 3 μήνες έως ότου ο ιατρός επιτρέψει την πλήρη φόρτιση του σκέλους. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα θα απαιτηθεί η χρήση υποβοηθημάτων για τη βάδιση. Μπορεί επίσης να απαιτηθεί η χρήση ενός λειτουργικού νάρθηκα για προστασία. Ο ιατρός θα προγραμματίσει τη διενέργεια ακτινογραφιών ελέγχου της οστικής επούλωσης ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Μόλις βεβαιωθεί όι δεν υπάρχει ουσιαστικός κίνδυνος για το κάταγμα, τότε θα επιτρέψει την προοδευτική φόρτιση του σκέλους.

Αποθεραπεία:

Όταν επιτραπεί η φόρτιση του γόνατος, είναι φυσικό επακόλουθο το πόδι να είναι αδύναμο, ασταθές και δύσκαμπτο. Αν και αυτό είναι αναμενόμενο μέχρι ένα βαθμό, θα πρέπει να αναλυθεί με το ιιατρό ή τον φυσικοθεραπευτή. Θα σχεδιαστεί ένα πρόγραμμα αποκατάστασης ειδικά για την μυϊκής δύναμη, ευελιξίας και το εύρος κίνησης της άρθρωσης.

Η συμμόρφωση στην διαδικασία της φυσικοθεραπείας-αποκατάστασης παίζει μεγάλο ρόλο για το τελικό αποτέλεσμα. Για παράδειγμα, εάν ο ασθενής είναι καπνιστής θα ζητηθεί από τον ιατρό η διακοπή του, γιατί το κάπνισμα εμποδίζει τη διαδικασία της επούλωσης.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Επειδή τα κατάγματα του εγγύς άκρου της κνήμης περιλαμβάνουν μια φορτιζόμενη άρθρωση, υπάρχουν κάποια μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα δεδομένα που λαμβάνονται υπόψη. Αυτά αφορούν την απώλεια της κίνησης και σταθερότητας και την χρόνια μετατραυματική αρθρίτιδα. Όλα αυτά θα συζητηθούν αναλυτικά με τον θεράποντα ιατρό.

Για παράδειγμα, ερωτήσεις προς συζήτηση είναι:

  • Ποια είναι τα υπέρ και τα κατά από τη συντηρητική και τη χειρουργική αποκατάσταση;
  • Πώς αυτός ο τραυματισμός θα επηρεάσει την μετέπειτα ζωή στο επίπεδο της εκτέλεσης των καθημερινών δραστηριοτήτων, της εργασίας και των δραστηριοτήτων ελεύθερου χρόνου;
  • Η κοινωνικές συνήθειες (αλκοόλ, κάπνισμα) τι επίπτωση έχουν πάνω στο συγκεκριμένο τραυματισμό;
  • Τι μπορεί να περιμένει ο ασθενής από την μετατραυματική αρθρίτιδα, και ποιές οι επιλογές του;
  • Μετά τη θεραπευτική αντιμετώπιση (συντηρητική ή χειρουργική), πότε θα ξεκινήσει η φόρτιση με βάρος;
  • Πως θα επηρεάσει η αποκατάσταση την εργασία του ασθενούς και τις οικογενειακές του υποχρεώσεις;
  • Τι είδους βοήθεια θα χρειαστεί για την αποθεραπεία;
  • Εάν απαιτηθεί η χρήση οστικού μοσχεύματος, ποιές είναι οι επιλογές; Ποιοί είναι οι κίνδυνοι και τα πλεονεκτήματα?
  • Θα χρειαστούν αντιπηκτικά φάρμακα; Εάν ναι, για πόσο χρονικό διάστημα;

Κατάγματα του εγγύς άκρου της κνήμης