Όταν αρκετή δύναμη ασκείται στον ώμο και συμβαίνει εξάρθρωμα ένας ή περισσότεροι τραυματισμοί μπορεί να συμβούν στους συνδέσμους, στο χόνδρο ή στον επιχείλιο χόνδρο του ώμου. Ο πιο συνηθισμένος τραυματισμός ονομάζεται ρήξη bankart. Αυτό είναι ένας διαχωρισμός του επιχειλίου χόνδρου από την άκρη της γλήνης. Το αποτέλεσμα του τραυματισμού αυτού είναι η αποκόλληση του σημείου πρόσφυσης του κυρίως (κατώτερου) γληνοβραχιόνιου συνδέσμου. Επιπρόσθετα, ο επιχείλιος χόνδρος ο οποίος βαθαίνει τη γλήνη καταστρέφεται και αυτός. Σε μερικές περιπτώσεις ο σύνδεσμος μπορεί να διαταθεί χωριστά ή σε συνδυασμό με μία ρήξη bankart. Τελικώς ο σύνδεσμος μπορεί στην πραγματικότητα να ραγεί μικροσκοπικά.

 

Τι μπορεί να προκαλέσει το εξάρθρημα ώμου

Νευρική βλάβη

Το βραχιόνιο πλέγμα είναι ένα σύμπλεγμα νεύρων που διατρέχει στην πρόσθια επιφάνεια του ώμου όταν η κεφαλή του βραχιονίου εξαρθρωθεί μπορεί να πιέσει τα νεύρα του βραχιονίου πλέγματος. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αδυναμία του ώμου και έλλειψη αισθητικότητας (μούδιασμα). Αυτό μπορεί να επηρεάσει ένα ή περισσότερα νεύρα του πλέγματος. Το πιο σύνηθες πλέγμα που επηρεάζεται είναι το μασχαλιαίο, το οποίο δίνει αίσθηση κατά μήκος της πλάγιας επιφάνειας του ώμου και μεταφέρει επίσης τα ηλεκτρικά ερεθίσματα για τη σύσπαση του δελτοειδούς και την ανύψωση του άνω άκρου πάνω από το ύψος της κεφαλής. Περίπου στο 80% των περιπτώσεων αυτή οι νευρικοί τραυματισμοί ανακάμπτουν πλήρως, αλλά η ανάκαμψη μπορεί να πάρει μήνες.

Τραυματισμοί του στροφικού πετάλου

Ρήξεις του στροφικού πετάλου μπορεί να συμβούν σε ασθενείς πάνω των 40 ετών μετά από ένα τραυματικό γεγονός. Παρόλα αυτά τέτοιες ρήξεις είναι σπάνιες σε νεότερα άτομα. Ο λόγος γι’ αυτό είναι ότι με την ηλικία ο τένοντας του στροφικού πετάλου αδυνατίζει και μπορεί στην πραγματικότητα να σχιστεί όταν διαταθεί, όπως στην περίπτωση που ο ώμος εξαρθρώνεται. Είναι πολύ σημαντικό για το γιατρό να εκτιμήσει με προσοχή τη δύναμη των μυών του στροφικού πετάλου μετά από ένα εξάρθρωμα και εφόσον υπάρχει υποψία για τραυματισμό τένοντα θα πρέπει να γίνει μαγνητική τομογραφία.

Οστικοί τραυματισμοί

Σε μερικές περιπτώσεις σοβαρών τραυματισμών η άκρη της γλήνης μπορεί να υποστεί κάταγμα ή κατάφυση του στροφικού πετάλου στο μείζων βραχιόνιο όγκωμα μπορεί να βγει από τη θέση της. Στην περίπτωση πολλαπλών υποτροπών του εξαρθήματος του ώμου και ειδικά εάν έχει προηγηθεί μία ή περισσότερες αποτυχημένες επεμβάσεις σταθεροποίησης, μπορεί να συμβεί μία φθορά του χείλους της γλήνης και η δημιουργία μιας προεξοχής στο οπίσθιο τμήμα της κεφαλής του βραχιονίου. Η τελευταία βλάβη ονομάζεται τραυματισμός hill-sachs.

 

εξάρθρημα ώμου

 

Ποια είναι η θεραπεία για το εξάρθρημα ώμου;

Συντηρητική Θεραπεία 

Εάν συμβεί ένα απότομο εξάρθρωμα ο ώμος ακινητοποιείται σε ένα νάρθηκα για ένα χρονικό διάστημα που επιτρέπει να υποχωρήσει ο πόνος και η φλεγμονή. Ο χρόνος που το άνω άκρο θα πρέπει να κρατιέται σε ακινητοποίηση αποτελεί αντικείμενο διαφωνιών. Αν και μερικοί χειρουργοί προτείνουν 3 εβδομάδες ακινητοποίηση, η οποία θα μειώσει την πιθανότητα της υποτροπής αστάθειας, νεότερες μελέτες έχουν αποδείξει ότι αυτό δεν ισχύει απόλυτα. Επιπρόσθετα, το διάστημα της ακινητοποίησης δεν επηρεάζει τον κίνδυνο μελλοντικής υποτροπής. Έτσι, η θεραπεία που προτείνουμε εμείς αποτελείται από ακινητοποίηση για 1 ή 2 εβδομάδες και έπειτα έναρξη ενός προγράμματος φυσικοθεραπείας ώστε να επιδιορθώσει τους μύες γύρω από το μυϊκό δακτύλιο. Εάν ο ασθενής είναι αθλητής το πρόγραμμα φυσικοθεραπείας συνεχίζεται έως ότου η δύναμη γίνει φυσιολογική και δεν υπάρχει πόνος ή ανησυχία τους ασθενή για εξάρθρωμα όταν το άνω άκρο βγει από την ακινητοποίηση. Η επιστροφή στον αθλητισμό γίνεται τότε δυνατή. Παρόλα αυτά υπάρχει τότε ένα ρίσκο υποτροπής της αστάθειας ειδικά σε νέους άρρενες αθλητές. Η ακινητοποίηση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δημιουργήσει ένα αίσθημα ασφάλειας στον αθλητή, αλλά δεν υπάρχει απόδειξη ότι το γεγονός αυτό θα αποτρέψει ένα άλλο επεισόδιο αστάθειας. Η πιθανότητα υποτροπής της αστάθειας σχετίζεται κυρίως με την ηλικία ώστε ένας ασθενής που είναι 40 ετών έχει λιγότερο από 50% πιθανότητα υποτροπής ενώ ένας 17χρονος ασθενής μπορεί να έχει πιθανότητα μεγαλύτερη από 90%.

 

Χειρουργική Θεραπεία

Η χειρουργική σταθεροποίηση έχει ένδειξη όταν η αστάθεια ώμου υποτροπιάζει και αποτελεί ένα χρόνιο πρόβλημα. Η απόφαση για χειρουργική αποκατάσταση μετά από ένα αρχικό επεισόδιο πρέπει να γίνει λαμβάνοντας υπόψη έναν αριθμό ενδείξεων. Εάν έχει προηγηθεί ένα κάταγμα της γλήνης το οποίο παραμένει παρεκτοπισμένο τότε η επέμβαση έχει ένδειξη για την αποκατάσταση της σταθερότητας και της συνέχειας της άρθρωσης. Σε απουσία κατάγματος πρέπει να ληφθεί υπόψη ο ατομικός κίνδυνος για αστάθεια ώμου και πώς αυτός επηρεάζει τις αθλητικές ή γενικότερα τις δραστηριότητες του ασθενούς. Εάν ένας αθλητής είναι νέος σε ηλικία και εάν έχει εμπλακεί σε σωματική επαφή όπως π.χ. σε ένα μαχητικό άθλημα πρέπει να γίνει σαφές ότι η συντηρητική αποκατάσταση μπορεί να τον θέσει σε κίνδυνο για ένα δεύτερο εξάρθρωμα και αν αυτό συμβεί κατά τη διάρκεια της αγωνιστικής περιόδου τότε αυτό μπορεί να σημαίνει το τέλος της αγωνιστικής περιόδου για τον αθλητή. Μια εναλλακτική σε αυτήν την περίπτωση θα μπορούσε να ήταν να γίνει η χειρουργική αποκατάσταση εκτός αγωνιστικής περιόδου με αποτέλεσμα να διασφαλιστεί ένας μικρότερος κίνδυνος αστάθειας στην επακόλουθη αγωνιστική περίοδο.

 

Αρθροσκόπηση Ώμου για το εξάρθρημα ώμου

Όταν δεν υπάρχει οστικός τραυματισμός ο στόχος του χειρουργείου είναι να αποκαταστήσει τη σταθερότητα επιδιορθώνοντας τη ρήξη banκart και οποιαδήποτε άλλη διάταση ή ρήξη συνδέσμου. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων αυτό μπορεί να γίνει με αρθροσκοπική επέμβαση, η οποία περιλαμβάνει την τοποθέτηση αγκυρών (πλαστικές, μεταλλικές ή απορροφήσιμες) στο χείλος της γλήνης. Τα ράμματα από αυτές τις άγκυρες τοποθετούνται τότε αρθροσκοπικά στον επιχείλιο χόνδρο και τον υμένα. Αυτό αποκαθιστά την τάση των συνδέσμων και αποκαθιστά το χαμένο βάθος της γλήνης το οποίο προκλήθηκε από τη ρήξη bancart.

 

Πλεονεκτήματα της αρθροσκοπικής αποκατάστασης έναντι της ανοικτής μεθόδου

Οι σύγχρονες τεχνικές και τεχνολογία επιτρέπουν τα αποτελέσματα να είναι ισοδύναμα και με τις δύο μεθόδους. Παρόλα αυτά υπάρχουν μεγάλα πλεονεκτήματα στην αρθροσκοπική μέθοδο. Αυτά περιλαμβάνουν λιγότερο πόνο σε σχέση με την ανοικτή και την δυνατότητα να γίνει το χειρουργείο κάτω από περιοχική αναισθησία. Με την αρθροσκοπική επέμβαση δεν υπάρχει ανάγκη να διαταράξουμε φυσιολογικούς ιστούς όπως το στροφικό πέταλο το οποίο μπορεί να μην είναι εφικτό με την ανοικτή επέμβαση. Επιπρόσθετα, ο κίνδυνος της επιμόλυνσης είναι θεωρητικά μικρότερος στην αρθροσκοπική από ότι στην ανοικτή μέθοδο.

 

Επικοινωνήστε με τον ορθοπεδικό γιατρό Γεώργιο Μπεσίρη για μια εξατομικευμένη διάγνωση με βάση το στάδιο της πάθησης και των συμπτωμάτων σας.