ΑΝΑΤΟΜΙΑ

Η άρθρωση του ώμου (γληνοβραχιόνιος άρθρωση) είναι μια διάρθρωση που αποτελείται από την κεφαλή του βραχιονίου και την ωμογλήνη, μέρος του οστού της ωμοπλάτης. Πρόκειται μια μια σφαιροειδούς τύπου άρθρωση με μεγάλη κινητικότητα και μειωμένη όμως σταθερότητα.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ – ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΑΤΑΓΜΑ ΤΟΥ ΕΓΓΥΣ ΠΕΡΑΤΟΣ ΒΡΑΧΙΟΝΙΟΥ;

Όταν χρησιμοποιείται η λέξη “εγγύς” για να περιγράψει ένα τμήμα του ανθρώπινου σώματος, σημαίνει ότι βρίσκεται πιο κοντά προς το κέντρο του σώματος. Αντιθέτως, το πιο μακρινό τμήμα του οστού περιγράφεται ως “άπω” ή “περιφερικό”.

Στην περίπτωση του βραχιονίου οστού το εγγύς τμήμα αντιστοιχεί στην “κεφαλή” και γι’αυτό τα κατάγματα χαρακτηρίζονται και ως κατάγματα της κεφαλής του βραχιονίου οστού.

Το κάταγμα ορίζεται ως η λύση της συνέχειας ενός οστού, δηλαδή “σπάσιμο”, και συνήθως είναι το αποτέλεσμα μιας πτώσης ή ενός πιο σοβαρού τραυματισμού. Το κάταγμα του εγγύς πέρατος του βραχιονίου αφορά το μέρος εκείνο του οστού που βρίσκεται δίπλα στην ωμογλήνη.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ – ΠΩΣ ΠΡΟΚΑΛΟΥΝΤΑΙ ΤΑ ΚΑΤΑΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΓΓΥΣ ΠΕΡΑΤΟΣ ΒΡΑΧΙΟΝΙΟΥ;

Τα κατάγματα του εγγύς πέρατος του βραχιονίου είναι στην πλειοψηφία των περιπτώσεων αποτέλεσμα πτώσης ή σημαντικού τραυματισμού, όπως τροχαία ατυχήματα. Στους ηλικιωμένους ασθενείς όπου το οστό είναι οστεοπορωτικό χρειάζεται λιγότερη δύναμη (κακώσεις χαμηλής βίας).

Οι νέοι ασθενείς έχουν σε γενικές γραμμές ανθεκτικότερα οστά που δεν σπάνε με μια απλή πτώση. Ένα οστό, για να υποστεί κάταγμα απαιτείται μεγαλύτερη ποσότητα ενέργειας, όπως σε τροχαία ατυχήματα ή μετά από πτώση από ύψος, κ.α.

ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Ο ακτινολογικός έλεγχος συνήθως αρκεί για να περιγράψει και να επιβεβαιώσει την διάγνωση ενός κατάγματος του βραχιονίου. Στο τμήμα επειγόντων χρησιμοποιούνται συγκεκριμένες λήψεις “τραύματος” (προσθιοπίσθια, διαθωρακική, και μασχαλιαία λήψη) για να απεικονιστεί με λεπτομέρεια το κάταγμα.

Η Αξονική τομογραφία (CT) δεν είναι απαραίτητη για την διάγνωση, αλλά είναι σε θέση να περιγράψει με απόλυτη ακρίβεια και λεπτομέρεια ένα πιο σύνθετο κάταγμα το οποίο μπορεί να χρειαστεί περαιτέρω αντιμετώπιση (προεγχειρητικός σχεδιασμός για την χειρουργική αντιμετώπιση).

Η Μαγνητική τομογραφία (MRI) είναι σε θέση να απεικονίσει με λεπτομέρεια – πέραν του κατάγματος – και τις δομές των μαλακών ιστών. Ωστόσο δεν αποτελεί εξέταση επιλογής για τα κατάγματα του εγγύς πέρατος του βραχιονίου.

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ – ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΕΙΔΗ ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ;

Τα κατάγματα του εγγύς ή άνω πέρατος του βραχιονίου εξαρτώνται σε γενικές γραμμές από την ποιότητα του οστού, τον αριθμό των καταγματικών “τεμαχίων” και το μέγεθος της συντριβής. Η συντριπτικότητα αναφέρεται στα πολλά κομμάτια ή τεμάχια του κατάγματος που μπορεί να προκύψουν από τον τραυματισμό.

Η έννοια των τεμαχίων, που περιγράφεται και απεικονίζεται παρακάτω, αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την λήψη των αποφάσεων για την σωστή αντιμετώπιση του κατάγματος, είτε αυτή είναι συντηρητική ή χειρουργική. Βάσει της ταξινόμησης του Neer, η οποία βρίσκεται ακόμα σε ισχύ, υπάρχουν – δυνητικά -τέσσερα τεμάχια στο εγγύς πέρας του βραχιονίου. Η κεφαλή, το μείζον και έλασσον βραχιόνιο όγκωμα και η διάφυση. Το μείζον και το έλασσον όγκωμα αποτελούν σημεία κατάφυσης των τενόντων του στροφικού πετάλου. Για να χαρακτηριστεί ένα τεμάχιο παρεκτοπισμένο σε σχέση με τα άλλα πρέπει να παρουσιάζει γωνίωση μεγαλύτερη των 45° και παρεκτόπιση μεγαλύτερη του 1 εκατοστού. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργούνται πολλαπλοί συνδυασμοί καταγμάτων που αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με την περίπτωση.

Κατάγματα του εγγύς ή άνω πέρατος του βραχιόνιου οστού

ΠΡΟΣΘΕΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΚΑΤΑΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΓΓΥΣ ΠΕΡΑΤΟΣ ΒΡΑΧΙΟΝΙΟΥ

Η ποιότητα του οστού είναι ένας σημαντικός παράγοντας για την επιλογή της κατάλληλης θεραπευτικής επιλογής ενός κατάγματος. Οι ηλικιωμένοι ασθενείς, λόγω της οστεοπόρωσης, χάνουν μέρος της οστικής τους μάζας και τα οστά τους γίνονται ολοένα και λεπτότερα, πιο πωρώδη και ως εκ τούτου ασθενέστερα.

Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας είναι η αιματική ροή (ή αιμάτωση) της κεφαλής του βραχιονίου και η διατήρησή της μετά τον τραυματισμό. Ο κίνδυνος διακοπής της αιμάτωσης αυξάνεται καθώς τα κατάγματα γίνονται πιο σύνθετα και παρεκτοπισμένα και μπορεί να οδηγήσει σε άσηπτη νέκρωση της κεφαλής ή οστεονέκρωση. Στην περίπτωση αυτή, η οποία μπορεί να χρειαστεί χρόνια, προκαλείται παραμόρφωση και καθίζηση της κεφαλής και βαριάς μορφής αρθρίτιδα με επακόλουθο πόνο και μειωμένη λειτουργικότητα.

Κατάγματα του εγγύς ή άνω πέρατος του βραχιόνιου οστού

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ

ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ – ΠΟΤΕ ΕΝΔΕΙΚΝΥΤΑΙ;

Όταν το κάταγμα παρουσιάζει ελάχιστη παρεκτόπιση, ή όταν η χειρουργική επέμβαση μπορεί να δημιουργήσει μεγαλύτερα προβλήματα (κακή ποιότητα του οστού και συνοδά παθολογικά προβλήματα), τότε επιλέγεται η συντηρητική αντιμετώπιση.

Μερικοί ασθενείς μπορεί να μη είναι σε θέση να χειρουργηθούν λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας ή αδυναμίας συνεργασίας και συμμόρφωσης. Επιπλέον, η κακή ποιότητα των οστών μπορεί να οδηγήσει σε αποτυχία της οστεοσύνθεσης. Γι’αυτούς τους λόγους, στις περιπτώσεις των ελάχιστα παρεκτοπισμένων καταγμάτων, η συντηρητική αντιμετώπιση μπορεί να οδηγήσει σε πολύ καλά λειτουργικά αποτελέσματα.

Σε αυτή την περίπτωση, το τραυματισμένο άκρο τοποθετείται σε ένα σύστημα ακινητοποίησης ώμου για 2 με 4 εβδομάδες (π.χ. φάκελος ανάρτησης), ενώ μετά την αφαίρεσή του αρχίζει ένα πρόγραμμα φυσικοθεραπείας που περιλαμβάνει ήπιες διατάσεις του ώμου για την αποκατάσταση της κίνησης. Μετά τον πρώτο μήνα και ανάλογα με την περίπτωση, προτίθενται ασκήσεις ενδυνάμωσης του ώμου.

 

ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ – ΠΟΤΕ ΣΥΣΤΗΝΕΤΑΙ;

Όταν η παρεκτόπιση του κατάγματος καθιστά αδύνατη την πώρωση του κατάγματος τότε συστήνεται η χειρουργική αντιμετώπιση. Εάν η ποιότητα του οστού είναι καλή τότε η λογικότερη θεραπευτική επιλογή είναι η εσωτερική οστεοσύνθεση (ORIF). Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα τεμάχια του κατάγματος μπορούν να αναταχθούν και να σταθεροποιηθούν με τη βοήθεια βελονών υπό ακτινολογικό έλεγχο, αλλά τις περισσότερες φορές απαιτείται ανοικτή ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση με ειδική ανατομική πλάκα και βίδες.

 

ΗΜΙΑΡΘΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗ Ή ΗΜΙΟΛΙΚΗ ΑΡΘΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗ: Πολλές φορές, το κάταγμα παρουσιάζει τέτοιου βαθμού παρεκτόπιση ή συντριβή που η οστεοσύνθεση καθίσταται αδύνατη. Αν προστεθούν οι παράμετροι του κινδύνου της άσηπτης νέκρωσης της κεφαλής και της αυξημένης ηλικίας του ασθενούς, τότε η αντικατάσταση της κεφαλής του βραχιονίου (ημιαρθροπλαστική) αποτελεί την πιο ενδεδειγμένη θεραπευτική επιλογή. Βασική προϋπόθεση της χειρουργικής επέμβασης είναι η ανεύρεση και η προετοιμασία των βραχιονίων ογκωμάτων πάνω στα οποία καταφύονται οι τένοτες του στροφικού πετάλου και η σταθεροποίησή τους με ισχυρά ράμματα πάνω στην πρόθεση.

Κατάγματα του εγγύς ή άνω πέρατος του βραχιόνιου οστού

ΑΝΑΣΤΡΟΦΗ ΟΛΙΚΗ ΑΡΘΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗ ΩΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΕΓΓΥΣ ΠΕΡΑΤΟΣ ΒΡΑΧΙΟΝΙΟΥ: Στους ηλικιωμένους ασθενείς με κακή ποιότητα οστού (οστεοπόρωση) και μεγάλη συντριπτικότητα του κατάγματος, ακόμη και η ημιαρθροπλαστική δεν δίνει πολύ καλά λειτουργικά αποτελέσματα καθώς τα ογκώματα που καθηλώνονται στην πρόθεση δεν πωρώνονται εύκολα. Σ’αυτές τις περιπτώσεις η ανάστροφη ολική αρθροπλαστική επιτρέπει την καλύτερη λειτουργική αποκατάσταση του ώμου.

Οι μελέτες, μέχρι σήμερα, δείχνουν ότι η ανάστροφη ολική αρθροπλαστική αποτελεί μια λογική επιλογή για τα συντριπτικά και παρεκτοπισμένα κατάγματα στους ηλικιωμένους ασθενείς, βελτιώνοντας την μετεγχειρητική κινητικότητα (κυρίως την ανύψωση του άκρου), ανεξάρτητα της επούλωσης των βραχιονίων ογκωμάτων.

Κατάγματα του εγγύς ή άνω πέρατος του βραχιόνιου οστού Κατάγματα του εγγύς ή άνω πέρατος του βραχιόνιου οστού Κατάγματα του εγγύς ή άνω πέρατος του βραχιόνιου οστού