Τι είναι η ενδοσκοπική δισκεκτομή;

Η ενδοσκοπική δισκεκτομή αποτελεί τη νεότερη εξέλιξη στη θεραπεία της κήλης του μεσοσπονδύλιου δίσκου. Είναι μία ατραυματική μέθοδος αφαίρεσης κήλης μεσοσπονδυλίου δίσκου, υπό τοπική αναισθησία, με τη βοήθεια ακτινοσκοπικού μηχανήματος και ειδικών ενδοσκοπικών εργαλείων, περίπου όπως αυτά της αρθροσκόπησης γόνατος. Με τη μέθοδο αυτή μπορεί να αφαιρεθεί και τμήμα σπασμένου δίσκου ή κάποιο οστεόφυτο, τα γνωστά «άλατα» όπως λένε οι ασθενείς.

Ενδοσκοπική Δισκεκτομή

 

Πώς η οσφυαλγία μπορεί να αντιμετωπιστεί με την ενδοσκοπική δισκεκτομή;

Η οσφυαλγία (πόνος στη μέση) είναι μία ενοχλητική κατάσταση (σύμπτωμα) που «προσβάλει» το 90% του ενήλικου πληθυσμού μία φορά σε κάποια στιγμή της ζωής του. Σε ποσοστό 50% υπάρχουν περισσότερα από ένα επεισόδια οσφυαλγίας. Πρέπει να πούμε ότι η οσφυαλγία είναι ένα γενικό σύμπτωμα που μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια και να απασχολεί διαφορετικές ιατρικές ειδικότητες. Σημειώνουμε ότι η οσφυαλγία είναι η πιο κοινή αιτία επίσκεψης τόσο σε ιδιωτικό ιατρείο όσο και στο τμήμα επειγόντων περιστατικών στα νοσοκομεία.

Από τις συχνότερες αιτίες οσφυαλγίας είναι η κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου. Ο μεσοσπονδύλιος δίσκος είναι μία «ειδική δομή» μεταξύ δύο σπονδύλων αποτελούμενος στο κέντρο από τον πηκτοειδή πυρήνα και στην περιφέρεια από τον ινώδη δακτύλιο. Η χρησιμότητά του είναι να λειτουργεί ως «αμορτισέρ» απορροφώντας τους κραδασμούς κατά τις κινήσεις της σπονδυλικής στήλης. Κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου είναι η προβολή (μετατόπιση) τμήματος του κεντρικού πηκτοειδούς πυρήνα προς την περιφέρεια. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα προβολή του ινώδους δακτυλίου και δημιουργία κήλης, που τις περισσότερες φορές πιέζει κάποιο νεύρο έτσι ώστε εκτός από οσφυαλγία να υπάρχει και πόνος στη διαδρομή του πεπιεσμένου νεύρου σε κάποιο πόδι.

Όταν αποτύχουν οι συντηρητικές θεραπείες (ανάπαυση, φάρμακα, φυσικοθεραπείες) και υπάρχουν επανειλημμένες κρίσεις οσφυαλγίας ή πολύ περισσότερο όταν αρχίζει να παραλύει κάποιο πόδι ή υπάρχουν διαταραχές στην ούρηση πρέπει η κήλη να αφαιρεθεί άμεσα.

Τελευταία η νέα επανάσταση στην αφαίρεση κήλης μεσοσπονδύλιου δίσκου είναι η ενδοσκοπική δισκεκτομή.

 

Πως διενεργείται η ενδοσκοπική χειρουργική σπονδυλικής στήλης;

Η τεχνική αυτή διενεργείται κατά κανόνα με τοπική αναισθησία και νευροληπτοαναλγησία (μέθη). Για την ασφάλεια των νευρικών στοιχείων του ασθενούς, ο γιατρός είναι σε συνεχή επικοινωνία με τον ασθενή και έτσι μπορεί να αποφύγει τον κίνδυνο τραυματισμού κάποιου νεύρου. Η ενδοσκοπική χειρουργική είναι μια ασφαλής τεχνική αν διενεργείται χωρίς νάρκωση. Αν διενεργείται με νάρκωση δηλαδή γενική αναισθησία μπορεί να μετατραπεί σε επικίνδυνη ειδικά για χειρουργούς που δεν έχουν αποκτήσει εμπειρία και εξοικείωση. Διενεργείται από τα πλάγια της σπονδυλικής στήλης χωρίς καταστροφή μυών, συνδέσμων και οστικών δομών, όπως με τις κλασικές τεχνικές (ανοιχτή δισκεκτομή – πεταλεκτομή – μικροδισκεκτομη κλπ) και γι’ αυτό το λόγο θεωρείται ατραυματική και αναίμακτη. Γίνεται υπό ακτινοσκοπική καθοδήγηση με ειδικό φορητό ακτινοσκοπικό μηχάνημα που βρίσκεται στην αίθουσα του χειρουργείου (c-arm) ώστε ο χειρουργός ανά πάσα στιγμή να μπορεί να ελέγχει την θέση των μικροεργαλείων σε σχεση με την σπονδυλική στήλη του ασθενούς εξασφαλίζοντας έτσι ακρίβεια και ασφάλεια.

Όπως αναφέραμε το ενδοσκόπιο μεταφέρει την εικόνα σε οθόνη μέσα στο χειρουργείο την οποία παρακολουθεί ο χειρουργός. Η εικόνα αυτή έχει μεγάλη μεγέθυνση, έτσι με μεγάλη ασφάλεια ο χειρουργός πραγματοποιεί την επέμβαση αφού οι δομές της σπονδυλικής στήλης (νεύρα, μεσοσπονδύλιος δίσκος, σύνδεσμοι κλπ) διακρίνονται καθαρά και ελαχιστοποιείται το ενδεχόμενο τραυματισμού. Έτσι ο χειρουργός μπορεί να αφαιρέσει τη δισκοκήλη, να διευρύνει το τρήμα της σπονδυλικής στήλης, να διενεργήσει την ριζοτομή και γενικά όλες τις ενδοσκοπικές τεχνικές ανάλογα με την πάθηση του ασθενούς από μια μικρή τομή της τάξης του εκατοστού, πραγματοποιεί δηλαδή ένα κανονικό χειρουργείο αναίμακτα, με μικρότερο κίνδυνο, χωρίς να καταστρέψει υγιείς δομές προκειμένου να θεραπεύσει. Τα ειδικά μικροεργαλεία που διέρχονται δια του ενδοσκοπίου είναι αντιγραφή (μινιατούρες) όλων των εργαλείων που χρησιμοποιούνται στα κλασικά ανοιχτά χειρουργεία της σπονδυλικής στήλης με τη διαφορά ότι είναι πιο λεπτά ώστε να διέρχονται μέσα από το ενδοσκόπιο.

 

Ποια τα πλεονεκτήματα της ενδοσκοπικής δισκεκτομής σε σχέση με το παραδοσιακό ανοικτό χειρουργείο;

  • Είναι ατραυματική μέθοδος, δηλαδή δεν υπάρχει χειρουργική τομή με τραυματισμό μυών όπως στην παραδοσιακή μέθοδο.
  • Γίνεται με τοπική αναισθησία.
  • Δεν υπάρχει απώλεια αίματος – δεν γίνεται μετάγγιση αίματος.
  • Πολύ μικρότερο ποσοστό λοιμώξεων.
  • Είναι επέμβαση χωρίς παραμονή στο νοσοκομείο.
  • Υψηλό ποσοστό επιτυχίας που φτάνει το 93%.

Συχνές ερωτήσεις για την ενδοσκοπική δισκεκτομή:

Πόσο χρόνο διαρκεί η επέμβαση;

Περίπου 45 έως 60 λεπτά (εξαρτάται από το μέγεθος και τη θέση της κήλης).

Χρειάζεται μετάγγιση αίματος;

Δεν χρειάζεται μετάγγιση αίματος.

Με τι αναισθησία γίνεται;

Γίνεται με τοπική αναισθησία.

Γίνεται μεγάλη τομή;

Δεν υπάρχει τομή απλώς μία «οπή» ενός εκατοστού, όσο χρειάζεται για να διέλθει το ειδικό ενδοσκόπιο. Από τα βασικά πλεονεκτήματα της μεθόδου είναι ότι δεν γίνεται χειρουργική τομή με τραυματισμό μυών.

Πόσο μένω στην κλινική;

Η ενδοσκοπική δισκεκτομή είναι μέθοδος που γίνεται σε εξωτερική βάση και ο ασθενής δύο με τρεις ώρες μετά την επέμβαση φεύγει για το σπίτι του.

Σε πόσο χρόνο μετά την επέμβαση φεύγουν τα συμπτώματα της κήλης;

Συνήθως η εξαφάνιση των συμπτωμάτων και κυρίως του πόνου είναι άμεση.

Βαδίζω αμέσως; Πότε επανέρχομαι στις καθημερινές δραστηριότητες;

Ο ασθενής μετά την ενδοσκοπική δισκεκτομή σηκώνεται και βαδίζει σχεδόν άμεσα, λίγη ώρα μετά την μεταφορά στο κρεβάτι του.

Η επάνοδος στις φυσιολογικές δραστηριότητες γίνεται μία έως τέσσερις ημέρες μετά την επέμβαση.

Συνήθως οι ασθενείς που θα υποβληθούν σε ενδοσκοπική δισκεκτομή επιστρέφουν στην εργασία τους μετά από δυο ημέρες.

Πώς ξέρω αν μπορώ να υποβληθώ στην ενδοσκοπική τεχνική για κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου;

Αυτό θα γίνει σε συνεργασία με τον ορθοπεδικό έπειτα από κλινική εκτίμηση, καθώς και την εκτίμηση των απεικονιστικών εξετάσεων, π.χ., μαγνητική τομογραφία, ηλεκτρομυογράφημα κ.α.