Η αρθροσκόπηση ισχίου είναι ίσως η πιο ταχέως εξελισσόμενη αρθροσκοπική τεχνική στην ορθοπαιδική και η πιο πολυσυζητημένη στη διεθνή βιβλιογραφία. Ο λόγος είναι ότι αν και πρωτοεφαρμόστηκε πριν από 20 περίπου χρόνια, αντιμετωπίστηκε με αρκετή δυσπιστία από την επιστημονική κοινότητα και θεωρήθηκε ως μία πολύ δύσκολα εφαρμόσιμη, αν όχι αδύνατη, τεχνική. Η πρόοδος όμως της τεχνολογίας των εργαλείων, η βελτίωση των τεχνικών εισόδου στην άρθρωση, καθώς και η αυξανόμενη εμπειρία των χειρουργών οδήγησε στην ολοένα και περισσότερη χρήση της μεθόδου από τους ορθοπαιδικούς. Επίσης, μακροπρόθεσμα αποτελέσματα από ασθενείς που υποβλήθηκαν σε αρθροσκόπηση ισχίου και δημοσιεύθηκαν πρόσφατα σε επιστημονικά περιοδικά οδήγησαν σε μία «έκρηξη» του ενδιαφέροντος των ορθοπαιδικών για την αρθροσκόπηση ισχίου παγκοσμίως.

Η αρθροσκόπηση ισχίου ήρθε να συμπληρώσει το φάσμα των αρθροσκοπικών επεμβάσεων στο ανθρώπινο σώμα, αφού η αρθροσκόπηση έχει ήδη εφαρμοστεί με μεγάλη επιτυχία στην άρθρωση του γόνατος, του ώμου, της ποδοκνημικής και του καρπού. Χαρακτηρίζεται από τα όλα τα γνωστά πλεονεκτήματα της αρθροσκοπικής τεχνικής, δηλαδή άμεση όραση της άρθρωσης μέσω τηλεόρασης, μεγάλη διαγνωστική ακρίβεια, δυνατότητα διενέργειας πολλών θεραπευτικών πράξεων, πολύ μικρό χειρουργικό τραύμα, μικρή παραμονή του ασθενή στο νοσοκομείο και γρήγορη κινητοποίηση.

Ποια περιστατικά ενδείκνυνται για αρθροσκοπική χειρουργική;

Υποψήφιοι για αρθροσκοπική χειρουργική του ισχίου είναι δυνητικά όλοι οι ασθενείς που εμφανίζουν πόνο στο ισχίο ή στην βουβωνική περιοχή για περισσότερο από έξι εβδομάδες και δεν υποχωρεί με άλλα συντηρητικά μέσα. Εντούτοις χρειάζεται μεγάλη προσοχή από μέρους του χειρουργού, καθώς αποκλείονται οι ασθενείς με παθήσεις του οστικού τμήματος της μηριαίας κεφαλής (νέκρωση μηριαίας κεφαλής, παροδική οστεοπόρωση) ή πολύ προχωρημένη οστεοαρθρίτιδα του ισχίου.

Ο τυπικός ασθενής είναι ηλικίας 20-45 ετών, με αυξημένες αθλητικές δραστηριότητες και πόνο στη βουβωνική χώρα που σχετίζεται με τη σωματική δραστηριότητα. Δύο είναι οι συνηθέστερες παθήσεις στις οποίες εφαρμόζεται η αρθροσκοπική θεραπεία.

Η πρώτη είναι η μηροκοτυλιαία πρόσκρουση, κατά την οποία υπάρχει μη φυσιολογικό σχήμα της μηριαίας κεφαλής που συνεπάγεται τη μη φυσιολογική κίνησή της πάνω στην κοτύλη και την επαναλαμβανόμενη κάκωση του επιχειλίου χόνδρου της κοτύλης (ο χόνδρος γύρω από την κοτύλη) και στη συνέχεια του αρθρικού χόνδρου της κοτύλης (ο χόνδρος που επαλείφει την κοτύλη). Μάλιστα, η κατάσταση αυτή έχει ενοχοποιηθεί και ως αίτιο αρθρίτιδας, δηλαδή καταστροφής του αρθρικού χόνδρου. Με την αρθροσκοπική τεχνική γίνεται αφαίρεση οστικής μάζας στην «ανώμαλη» περιοχή με ειδικό εργαλείο, προσπαθώντας έτσι να αποκαταστήσουμε το φυσιολογικό σχήμα της μηριαίας κεφαλής, δηλαδή το σφαιρικό, και μαζί με αυτό να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για ομαλή κίνηση της άρθρωσης.

Η δεύτερη πάθηση είναι η ρήξη του επιχείλιου χόνδρου της κοτύλης που μπορεί να προκληθεί είτε από την προαναφερόμενη μηροκοτυλιαία πρόσκρουση, είτε από ένα τραυματικό γεγονός μιας απότομης και βίαιης κίνησης της άρθρωσης. Ο επιχείλιος χόνδρος κατά την αρθροσκόπηση μπορεί να εμφανίζει μία μεγάλη ρήξη, μία ρήξη μικρής περιοχής ή να εμφανίζεται εκφυλισμένος. Ανάλογα με την περίπτωση υπάρχει η δυνατότητα της αρθροσκοπικής συρραφής (με ειδικά αρθροσκοπικά ράμματα), της αφαίρεσης τμήματος (μερική εκτομή επιχειλίου χόνδρου) ή της ομαλοποίησης.

Ο επιχείλιος χόνδρος μπορεί επίσης να εμφανιστεί αποσπασμένος από τον οστικό δακτύλιο της κοτύλης, οπότε και μπορεί να επανακαθηλωθεί με ειδικές οστικές άγκυρες. Άλλες καταστάσεις που δημιουργούν πόνο στο ισχίο και αντιμετωπίζονται με αρθροσκόπηση είναι οι μεμονωμένες βλάβες στον αρθρικό χόνδρο, τα ελεύθερα σωμάτια στην άρθρωση (οστεοχονδρομάτωση), παθήσεις του αρθρικού υμένα, βλάβες του στρογγύλου συνδέσμου, η σηπτική αρθρίτιδα (μόλυνση της άρθρωσης από μικροβιακό παράγοντα), η πρώιμη οστεοαρθρίτιδα, η τενοντίτιδα του λαγονοψοΐτη, η τροχαντηρίτιδα, το κροτούν ισχίο, ενώ διαγνωστικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε οστεονέκρωση της μηριαίας κεφαλής και σε επώδυνες αρθροπλαστικές ισχίου.

Η χειρουργική τεχνική

Όλη η χειρουργική τεχνική διεξάγεται μέσω τριών μικρών τομών στην έξω πλευρά του ισχίου (1 εκ. η καθεμία). Η μία τομή χρησιμοποιείται για την είσοδο της κάμερας, μέσω της οποίας μεταδίδεται η εικόνα, ενώ οι άλλες δύο για την εισαγωγή εργαλείων. Τόσο η κάμερα όσο και τα υπόλοιπα εργαλεία έχουν διάμετρο όσο ένα κοινό στυλό περίπου. Η διάρκεια της επέμβασης είναι 1 έως 2 ώρες.

Η αρθροσκόπηση ισχίου συνήθως δεν απαιτεί νοσηλεία στην κλινική, αν και σε μερικές περιπτώσεις ο ασθενής μένει στο νοσοκομείο για μία μόνο βραδιά και εξέρχεται την επομένη. Μετεγχειρητικά υπάρχουν τρεις μικρές χειρουργικές τομές στην έξω πλευρά του ισχίου, που έχουν συγκλεισθεί με ένα και μόνο ράμμα η κάθε μία. Έτσι, το χειρουργικό τραύμα είναι πολύ μικρό, μειώνοντας έτσι σημαντικά τη νοσηρότητα αλλά και τον μετεγχειρητικό πόνο.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η μετεγχειρητική αποκατάσταση είναι ιδιαίτερα σημαντική για το τελικό αποτέλεσμα και θα πρέπει να βασίζεται σε ειδικά πρωτόκολλα που είναι σκόπιμο να τηρούνται με ευλάβεια. Το πρόγραμμα αποκατάστασης βασίζεται στην εντατική φυσικοθεραπεία, κυρίως κινησιοθεραπεία, που ξεκινάει μία εβδομάδα μετεγχειρητικά και απαιτεί συνεχή επίβλεψη και καθοδήγηση φυσιοθεραπευτή και στενή συνεργασία με το χειρουργό. Ο ασθενής υποβάλλεται σε ένα κλιμακωτό, αυξανόμενης έντασης πρόγραμμα, που σταδιακά τον επαναφέρει στο φυσιολογικό επίπεδο σωματικής δραστηριότητας.

Επίσης η αρθροσκόπηση ισχίου είναι μία υψηλά εξειδικευμένη χειρουργική τεχνική που διεξάγεται από ειδικά εκπαιδευμένους ορθοπαιδικούς χειρουργούς. Η αρθροσκόπηση ισχίου ανοίγει νέους ορίζοντες στη χειρουργική του ισχίου και δημιουργεί νέες προοπτικές για επεμβάσεις σε παθήσεις που θεωρούνται ανίατες, δύσκολα θεραπεύσιμες ή δύσκολα χειρουργήσιμες λόγω τεχνικών δυσκολιών. Αναμένουμε τα αποτελέσματα εξειδικευμένων κέντρων του εξωτερικού προκειμένου να αξιολογηθούν οι επιπλέον δυνατότητες της αρθροσκόπησης ισχίου.